Τετάρτη, 2 Απριλίου 2008

Συνέντευξη της Μαριάννας Τουμασάτου

Η Μαριάννα Τουμασάτου μαζί με τον Αλέξανδρο Σταύρου, ένα ζευγάρι που γνωρίσαμε από την τηλεοπτική σειρά «Βέρα στο δεξί», ανεβαίνουν στη σκηνή του Θεάτρου Εγνατία παίζοντας το παράνομο ζευγάρι στο «Κάθε χρόνο ίδια μέρα». Η Μαριάννα Τουμασάτου έδωσε συνέντευξη στην Αθηνά Τσακαλίδου.

Τι πραγματεύεται το έργο «Κάθε χρόνο ίδια μέρα»;
Μιλάει για δύο ανθρώπους που γνωρίστηκαν τυχαία σε ένα ξενοδοχείο. Πηγαίνουν ο καθένας κάθε χρόνο το ίδιο σαββατοκύριακο σε αυτό το ξενοδοχείο για άσχετους λόγους. Μόλις γνωρίζονται όμως αποφασίζουν να πηγαίνουν σε αυτό το ξενοδοχείο απλά και μόνο για να συναντιούνται. Κι έτσι περνάνε τα χρόνια…

Η κοινή λογική λέει ότι το συγκεκριμένο ζευγάρι θα έπρεπε μετά από τόσα χρόνια παράνομης σχέσης ή να χωρίσει με τους συντρόφους του ή να χωρίσει το ίδιο. Πώς η πλοκή ανατρέπει αυτό που συνήθως συμβαίνει;
Θα σου πω το εξής: Εάν ήταν τόσο απλά τα πράγματα δεν θα ‘χαμε έργο. Εάν ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα ζούσαν, δεν θα τους είχαμε έργο. Κι αυτοί εάν ήταν μαζί ή εάν είχανε χωρίσει δεν θα τους είχαμε έργο. Που σημαίνει ότι δεν θα ήταν τόσο σημαντική η ιστορία τους. Εδώ γίνεται σημαντική επειδή είναι ένα κέντημα σχέσεων και αισθήσεων. Και δεν μπορώ να σου το εξηγήσω αυτό με τη λογική του α+β=γ. Είναι αυτό που νιώθουν και που τους κρατάει σε αυτού του είδους τη σχέση.

Τι οδήγησε τον έναν στην αγκαλιά του άλλου;Τι «βλέπει» ο ένας στον άλλο που δεν το έχει από τη σχέση του με το νόμιμο σύντροφό του;
Δεν βλέπει στον άλλο κάτι που του το προσφέρει ο άλλος, βλέπει στον άλλο κάτι δικό του. Ένα μικρό καθρέφτη στο πρόσωπο του άλλου βλέπει πιστεύω.

Ο λόγος που συμμετέχετε σε αυτή τη δουλειά;
Το ίδιο το έργο. Είναι μαγικό. Και να μην το δει κάποιος και πάλι συγκινείται. Καμιά φορά όταν λέω πρέπει να το δεις για να καταλάβεις δεν το λέω για να «εξαγοράσω» θεατές και να έχουμε περισσότερα εισιτήρια. Πάρτο και διάβασέ το. Βέβαια δεν βρίσκεις μετάφραση εύκολα. Ο Μιχάλης Παπαμιχάλης δεν την έχει εκδώσει. Εάν μπορούσε κάποιος να το διαβάσει ή να το δει, όχι αναγκαστικά από εμάς, ή έστω να δει την ταινία, τότε θα καταλάβει την αξία του έργου. Προσωπικά με συγκινεί ο τρόπος που ξέρουν να αγαπάνε ο Τζορτζ και η Ντόρις.

Ποιες είναι οι δυσκολίες που συναντήσατε;
Πολλές. Πρώτα από όλα όταν παίζουν μόνο δύο άτομα και μόνο η εκμάθηση ενός κειμένου τόσο μεγάλου που συνήθως μοιράζεται σε 5-10 άτομα είναι ένας όγκος δουλειάς τεράστιος. Και δεν είναι μόνο η εκμάθηση του κειμένου αλλά και το πώς υπερασπίζεσαι αυτό που παίζεις. Οι γρήγορες αλλαγές, το να θυμάσαι ότι είναι ο ίδιος άνθρωπος που μεγαλώνει, δηλαδή δεν μπορείς να του αλλάξεις τον χαρακτήρα απλά και μόνο επειδή κάνεις έναν άνθρωπο μεγαλύτερο σε ηλικία.

Ποιο είναι το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα στις σκηνές;
Πέντε χρόνια περίπου. Δεν υπάρχει όμως αλλαγή μακιγιάζ. Ήταν μια ιδέα που είχαμε σκεφτεί στην αρχή γιατί ταλαιπωριόμασταν τόσο πολύ που μέχρι το τέλος της παράστασης γινόμασταν κουρέλια. Εγώ το μόνο που κάνω είναι ότι στην αρχή βάζω ένα πιο ανοιχτόχρωμο μέικ απ απ’ ότι θα φόραγα στη ζωή και στη δουλειά, γιατί αυτή είναι 25 χρονών όταν ξεκινάει η σχέση. Και απλά αφήνω το μακιγιάζ να καταστρέφεται. Δεν του κάνω καμία διόρθωση. Δεν βάζω πούδρα ας πούμε κατά τη διάρκεια της παράστασης. Που οποιαδήποτε συνάδελφος και μόνο που θα έκλαιγε θα διόρθωνε αυτό το χάλι. Εγώ αφήνω τη φθορά του μακιγιάζ να φανεί. Εάν κλάψεις και σκουπίσεις απλά τη μαυρίλα και έχει από μέσα χαλάσει το μέικ απ, σου δίνει πιο ταλαιπωρημένο πρόσωπο κι από αυτό που έχεις.

Την αίσθηση του χρόνου μήπως την αποκτά το κοινό μέσω της σκηνοθεσίας;
Όχι, δεν υπάρχουν σκηνοθετικά τρικ. Ο Κώστας Αρζόγλου έχει κάνει μια μαγική διεργασία και ιστορία σε αυτό το έργο. Δεν τον έχει πιάσει σκηνοθετίτιδα. Δεν έχει πει: «Ελάτε να σας δείξω, είμαι εδώ κι έχω σκηνοθετήσει, κι έχω κάνει, κι έχω ράνει». Τίποτα!

Πώς δουλέψατε δηλαδή με τον σκηνοθέτη;
Ο Κώστας έχει δουλέψει με έναν τρόπο που είναι η καλή εκδοχή του «λάμπω δια της απουσίας μου». Δηλαδή αφήνω τους ηθοποιούς να υπάρχουν, γιατί είναι ένα έργο συναισθημάτων και εγώ τους καθοδηγώ, τους διευκολύνω τη ζωή, φτιάχνω την περιρρέουσα ατμόσφαιρα για να τους βοηθήσω, αλλά δεν τους βγάζω τα συκώτια για να κάνουνε κωλοτούμπες για να φανώ εγώ, ο σκηνοθέτης. Κι αυτό, πιστέψτε με, είναι μεγάλη στιγμή για ένα σκηνοθέτη, να είναι τόσο μάγκας που να μη θέλει να κάνει σαματά.

Ποιες άλλες προεκτάσεις έχει το έργο εκτός από το αμιγώς ερωτικό στοιχείο;
Μιλάει για την τότε κοινωνία, δηλαδή για όλα όσα κυλάνε εκείνα τα χρόνια στη ζωή των ηρώων. Γιατί οι άνθρωποι εκτός από μητέρες, σύζυγοι, εγγόνες, πατεράδες κτλ είμαστε και κοινωνικά πρόσωπα. Οι ήρωες αυτοί παρακολουθούν τις αλλαγές που έχουνε συμβεί στα χρόνια που περνάνε. Η ιστορία μας διαδραματίζεται το διάστημα από το 1951-1976. Συγκεκριμένα στο έργο αναφέρεται η δολοφονία του Κένεντι, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, τι έκανε ο Τσε Γκεβάρα, ποιος ήταν ο Έλβις Πρίσλει, πώς μπήκε η τηλεόραση στη ζωή μας, τι σήμαινε τότε διαφήμιση. Είναι νύξεις σε προσωπικότητες και σε γεγονότα που χάραξαν την ιστορία του αιώνα μας.

Πόσο σε αντιδιαστολή έρχεται το έργο με την εποχή που διανύουμε όπου κυριαρχεί η μοναξιά;
Η εποχή μας όντως έχει μοναξιά. Κι αυτό το έργο δηλώνει πόσο σημαντική είναι η παρουσία ενός ανθρώπου στη ζωή μας. Τώρα οι άνθρωποι καταλαβαίνουν την αξία του έργου πιο πολύ, γιατί τελούν στη μοναξιά. Τώρα τα παιδιά είναι την περισσότερη ώρα στο ίντερνετ και δεν είναι όπως ήμασταν εμείς -το οποίο ακούγεται και λίγο γραφικό- που παίζαμε στις αλάνες. Υπήρχε όμως ένας βαθμός επικοινωνίας. Τώρα τα παιδιά επικοινωνούν μόνο μέσω του ίντερνετ και επειδή έχουν τη δυνατότητα να μην τους βλέπει ο άλλος, μπορούν να πουν κάποια πράγματα που όταν θα έρθουν κοντά θα κρύψουν τον εαυτό τους και αυτό φτιάχνει μια μοναξιά. Και αυτό το έργο μπορεί να μιλήσει περισσότερο στις ψυχές τώρα που ο άνθρωπος ξέρει τι θα πει μοναξιά. Το έργο αυτό πάντως μόνο μοναξιά δεν έχει.

Γίνονται αναγωγές στο σήμερα;
Όχι, καμία σχέση. Επιθεώρηση κάνουμε; Το έργο που το αφήσαμε όπως ήταν, δεν το πειράξαμε. Δεν κάναμε τους έξυπνους. Ήταν έξυπνος ο Σλέηντ, δεν χρειαζότανε.

info:
«Κάθε χρόνο ίδια μέρα» του Μπέρναρντ Σλέηντ,
με τους Μαριάννα Τουμασάτου και Αλέξανδρο Σταύρουσε
σκηνοθεσία Κώστα Αρζόγλου στο Θέατρο Εγνατία

1 σχόλιο:

Χριστίνα είπε...

Εγώ, πάντως, το είδα στην Αθήνα και μπορώ να πω ότι το ευχαριστήθηκα. Είναι ένα γλυκό έργο, για μια τρυφερή και δυνατή γυναίκα και έναν γλυκό και ευαίσθητο άντρα. Αγαπησιάρικο!