Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2007

Ευανθία Τσαντίλα


«Η Σιωπή», μια εγκατάσταση με βιντεοπροβολή, παρουσιάστηκε στο Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης (Αποθήκη Β1, στο Λιμάνι) στη διάρκεια του 48ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου στο πλαίσιο της 1ης Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης, με τη συνεργασία του Φεστιβάλ Κινηματογράφου

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Ντίσελντορφ με τον Γιάννη Κουνέλλη, απ’ όπου αποφοίτησε το 1997. Από το 1998 ζει και εργάζεται στο Βερολίνο. Έργα της έχουν παρουσιαστεί στην 48η Μπιενάλε της Βενετίας, Ελληνικό Περίπτερο (1999), στο Κρατικό Μουσείο Αρχιτεκτονικής, Μόσχα (2001), στο Bερολίνο (2002), στο Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Θεσσαλονίκη (2004), στο Künstlerhaus Bethanien, Βερολίνο (2004), στη Μπιενάλε της Πράγας (2005), στο Martin Gropius Bau, Βερολίνο (2005), στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Αθήνα (2006). Το 1997 συντόνισε ένα εργαστήριο με συμμετέχοντες από την Σχολή Καλών Τεχνών της Θεσσαλονίκης και την Ακαδημία Καλών Τεχνών του Ντίσελντορφ υπό την επίβλεψη του Γιάννη Κουνέλλη, που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος του Οργανισμού Πολιτιστικής Πρωτεύουσας Θεσσαλονίκη ’97.

Ποιοι υπήρξαν οι λόγοι που σας οδήγησαν να φύγετε από τη χώρα μας; Η περιέργεια και το ενδιαφέρον να γνωρίσω άλλα πράγματα και πιο συγκεκριμένα η επιθυμία μου να σπουδάσω στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Ντίσελντορφ, που τότε ακόμη ήταν μια πολύ σημαντική σχολή.

Ποια η υποδοχή των καλλιτεχνών στη Γερμανία τότε και ποιες οι διαφορές με το σήμερα; Σε αυτό το θέμα δεν υπάρχουν μεγάλες διαφορές. Αρκεί κανείς να σκεφτεί και να ερευνήσει τις συνθήκες που επικρατούν σε ένα πιο γενικό πλαίσιο για να καταλάβει την κατάσταση που επικρατεί σήμερα στις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες που έπαιξαν και παίζουν σημαντικό ρόλο στην υποστήριξη της καλλιτεχνικής δημιουργίας και στη διακίνηση της τέχνης. Στη Γερμανία το 1991 που εγκαταστάθηκα εγώ, ήταν τα πρώτα χρόνια της συνειδητοποίησης της οικονομικής κρίσης και των περικοπών. Σήμερα αυτή η κρίση δεν αποτελεί νέο και ζούμε όλοι τις συνέπειές της. Αυτό σημαίνει πως στη Γερμανία, αναλογικά πάντα με το παρελθόν, ο καλλιτέχνης έχει σήμερα λιγότερες κρατικές παροχές, όπως για παράδειγμα στον ασφαλιστικό τομέα και στις χρηματοδοτήσεις.

Ποια η σχέση του έργου σας «Η Σιωπή» στο Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης με τις προηγούμενες δουλειές σας; Η δυνατότητα να δημιουργήσω το έργο «Η Σιωπή» με συμπαραγωγή μεγάλου κρατικού γερμανικού φορέα και του θεάτρου Φολκσμπίνε του Βερολίνου, ήταν η διαφορά. Αυτό μου έδωσε τη δυνατότητα να ερευνήσω σε άλλη κλίμακα, με περισσότερα μέσα τα καλλιτεχνικά ερωτήματα που με απασχολούν. Πώς δηλαδή οι διαφορετικές τέχνες έρχονται σε συνάντηση και τι προκύπτει από αυτή τη συνάντηση ως εικαστικό αντικείμενο. Πώς μπορείς να χρησιμοποιήσεις τις δομές του αλλά και τον ίδιο το χώρο του θέατρου για να παρουσιάσεις ένα εικαστικό έργο. Η έκθεση του έργου στη συνέχεια σε διαφορετικά πλαίσια και σε διαφορετικό κοινό, με τελευταία παρουσίαση στο Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης της Θεσσαλονίκης ως παράλληλη εκδήλωση με το Φεστιβάλ Κινηματογράφου, ήταν για μένα μια ξεχωριστή εμπειρία.

Ποια θεωρείτε ότι είναι τα κέντρα σύγχρονης τέχνης στην εποχή μας και ποιες οι σχολές τους; Εάν εννοείτε τα οικονομικά, τότε νομίζω πως είναι οι γνωστές μεγάλες πρωτεύουσες του κόσμου. Εάν εννοείτε τα καλλιτεχνικά, τότε θα πρέπει να ομολογήσω ότι αναφέροντας μερικές πόλεις δεν απαντώ στην ερώτησή σας. Δεν ορίζουμε την έννοια του καλλιτεχνικού κέντρου με τον ίδιο τρόπο όπως παλιά. Μάλλον εννοούμε περισσότερο ως «κέντρα» τις πόλεις στις οποίες συγκεντρώνονται πολλοί καλλιτέχνες, γκαλερί, συλλέκτες και συμβάντα, παρά το ότι εκεί αναπτύσσεται η τέχνη ως αποτέλεσμα του συλλογισμού και της αντιπαράθεσης των καλλιτεχνών με τις τοπικές κοινωνικές, και τις πολιτικές και οικονομικές συνθήκες που βιώνουν.

Ποια η εμπειρία σας από την συνεργασία σας με τον Γιάννη Κουνέλλη; Η συνεργασία μου με τον Γιάννη Κουνέλλη στο εργαστήριο που επιμελήθηκα το 1991, με συμμετέχοντες από την Ακαδημία του Ντίσελντορφ και την Σχολή Καλών Τεχνών της Θεσσαλονίκης, ήταν πολύ ενδιαφέρουσα, ωφέλιμη και ουσιαστική. Ο Κουνέλλης ήταν καθηγητής μου τότε στο Ντίσελντορφ και μου έδειξε μεγάλη εμπιστοσύνη. Αυτό που φρόντισα να κάνω ήταν να δημιουργήσω το κατάλληλο πλαίσιο, ένα νοητό τόπο συνύπαρξης και έρευνας, έτσι όπως η ίδια τον είχα στο μυαλό μου ως καλλιτέχνης, όπου μεγάλη απαίτηση από τους συμμετέχοντες σπουδαστές ήταν η ουσιαστική παράλληλη εργασία. Ο ίδιος ήρθε α-φού ήδη είχαν ορισθεί οι βάσεις και το πλαίσιο, για να συμβάλει καταλυτικά με την παρουσία του στην ολοκλήρωση του εργαστηρίου.

Ποια η θέση του έργου τέχνης σήμερα και ποιος ο ρόλος του; Αυτό είναι δύσκολο να το πει κανείς με λίγα λόγια. Το έργο τέχνης μοιάζει σήμερα να μετατρέπεται σε πολιτιστικό προϊόν και αλλιώς πλέον εννοείται ο ρόλος του. Αυτό είναι ευθύνη όλων μας και είναι και υποχρέωση όλων μας να σκεφτούμε ανάλογα είτε ως δημιουργοί είτε ως διαμεσολαβητές, πολιτικοί και πολίτες αυτού του κόσμου.

Ένα σχόλιο για τις σύγχρονες εικαστικές πρακτικές… Στις περιπτώσεις που η τέχνη καταφέρνει να ανοίξει προοπτικές σκέψης και αισθήματος, τότε αυτή η τέχνη είναι σπουδαία. Αλλιώς γίνεται απλώς εικονογράφηση μιας κατάστασης ή μιας προσωπικής εντύπωσης του καλλιτέχνη για τον κόσμο, με όλα τα αρνητικά επακόλουθα που έχει αυτό.

Ποια η γνώμη σας για την πολιτιστική πολιτική της Ευρώπης και ποια η σχέση της με τη χώρα μας; Δύσκολο θέμα, αφού η πολιτιστική πολιτική της Ευρώπης περνά σχεδόν απαρατήρητη στους κύκλους των καλλιτεχνών. Ποιος καλλιτέχνης σήμερα παρακολουθεί τα σχετικά δημοσιεύματα που παρουσιάζονται στις ιστοσελίδες της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Ποιος παρακολουθεί τα μεγάλα συνέδρια στα οποία καθορίζονται, υποτίθεται, ανοιχτά οι στρατηγικές αυτές; Ωστόσο ακόμη και εάν είναι δύσκολη η πρόσβαση στα μεγάλα κέντρα των αποφάσεων και ακόμη πιο δύσκολη η διαπραγμάτευση των αποφάσεων αυτών, είναι σημαντική η γνώση του τι σχεδιάζεται για μας, για να μην λέμε μετά, «χωρίς εμάς».

Τι θα συμβουλεύατε τους νέους καλλιτέχνες στα πρώτα τους βήματα; Να συγκεντρωθούν στο πώς να αναζητούν τα όρια, να τολμούν να τα ανατρέπουν. Να μάθουν να δημιουργήσουν φόρμες αντίστασης και ελευθερίας. Εάν βά-λουν τέτοιους στόχους στα πρώτα τους βήματα, ίσως να έχει περισωθεί κάτι πολύτιμο για το μέλλον μας.


by μαρία κενανίδου

Δεν υπάρχουν σχόλια: