Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2007

Ιφιγένεια Δεληγιαννίδη

Πρωταγωνιστεί, με το ρόλο της Αρκάντινα, στην παράσταση του ΚΘΒΕ «Ο γλάρος» του Άντον Τσέχωφ, που παίχτηκε για πρώτη φορά στα τέλη της δεκαετίας του 1890 και συνεχίζει από τότε να απασχολεί τους θεατρικούς φορείς παγκοσμίως

Πείτε μου λίγα λόγια για την πλοκή του «Γλάρου»; Είναι μια οικογένεια την οποία την απαρτίζει η Αρκάντινα, ο γιος της ο Τρέμπλιεφ και ο αδερφός της, Σόριν. Η Αρκάντινα είναι μια μεγάλη ηθοποιός η οποία πάει για διακοπές στο κτήμα της το οποίο το έχει ο Σόριν. Ο γιος της ετοιμάζει μια παράσταση για να την ευχαριστήσει. Είναι ένας μελλοντικός συγγραφέας που ψάχνει καινούργιες φόρμες, κι όλα αυτά, ενώ η Αρκάντινα αντιπροσωπεύει το παλιό θέατρο. Η Αρκάντινα έρχεται με τον εραστή της Τριγκόριν στο κτήμα. Γίνεται αυτή η παράσταση και της Αρκάντινα της είναι τελείως ξένος αυτός ο τρόπος του θεάτρου, διότι γι’ αυτήν το θέατρο είναι το κλασικό -με τους πολυελαίους, με τις παύσεις, τις πόζες- δεν μπορεί δηλαδή να αντιληφθεί την καινούργια μορφή τέχνης. Το ίδιο καλοκαίρι ο γιος της είναι ερωτευμένος με την Νίνα. Η Νίνα όμως γοητεύεται από τον εραστή της Αρκάντινα. Όταν ο Τρέμπλιεφ καταλαβαίνει ότι αρχίζει να την χάνει, προσπαθεί να αυτοκτονήσει. Ο Τριγκόριν γοητεύεται από τον έρωτα της μικρούλας και αποφασίζει να αφήσει την Αρκάντινα, η οποία είναι και μεγάλη γυναίκα, και να φύγει με την Νίνα. Η Αρκάντινα όμως δεν τον αφήνει τόσο εύκολα. Είναι αυτή που του έχει στηρίξει την καριέρα του και τον έχει πριμοδοτήσει, επειδή ο Τριγκόριν είναι συγγραφέας, οπότε τον εξαναγκάζει να μείνει μαζί της, ενώ αυτός διατηρεί παράλληλα κρυφή σχέση με την Νίνα. Φεύγουν στη Μόσχα. Η Νίνα μένει έγκυος και στη συνέχεια ο Τριγκόριν την παρατάει. Ξαναγυρίζουν στο κτήμα κάποια στιγμή επειδή είναι άρρωστος ο αδερφός της Αρκάντινα. Μαζεύεται ξανά η οικογένεια κι όλος ο περίγυρος. Η Αρκάντινα είναι και πάλι με τον Τριγκόριν. Εμφανίζεται και η Νίνα, την οποία την έχει βαρεθεί. Ακολουθεί μια συζήτηση ανάμεσα στη Νίνα και τον Τρέμπλιεφ, μια καταπληκτική σκηνή σε όλο το παγκόσμιο θέατρο, στην οποία ομολογεί η Νίνα ότι εξακολουθεί να είναι ερωτευμένη με τον Τριγκόριν. Μέσα σε όλα ο Τρέμπλιεφ αυτοκτονεί. Έτσι τελειώνει το έργο.

Ποιες είναι οι απαιτήσεις του ρόλου που ερμηνεύετε; Είναι ένας ρόλος περίεργος. Παίζει στην κόψη του ξυραφιού. Είναι μια γυναίκα πάρα πολύ φιλόδοξη, 40-45 χρονών, αν και δεν λέει ποτέ την ηλικία της, έχει πρόβλημα με την ηλικία της. Αντιπροσωπεύει κατά κάποιον τρόπο όλες αυτές τις ηθοποιούς γυναίκες σταρ: τα καλά και τα κακά που μπορεί να κουβαλάνε αυτοί οι άνθρωποι. Οι οποίοι τη μια στιγμή μπορεί να είναι πάρα πολύ γενναιόδωροι και πολύ αγαπησιάρηδες, ενώ την άλλη στιγμή να είναι «bitch» στην κυριολεξία. Να είναι πολύ σκληρές με το γιο τους και με το περιβάλλον τους. Είναι γυναίκες οι οποίες έχουν μάθει -κι είναι αυτό ένα χαρακτηριστικό των γυναικών με καριέρα- να αγωνίζονται σαν άντρες κι ακόμη πολύ πιο σκληρά από ό, τι οι άντρες. Το βλέπουμε αυτό παντού, όπου υπάρχουν διοικητικές θέσεις με γυναίκες για παράδειγμα. Ακόμη υιοθετούν τον τρόπο τον ανδρικό και το ντύσιμο το αντρικό για να επιβληθούν σε ένα χώρο καθαρά ανδροκρατούμενο. Για να επιβιώσει μια γυναίκα σε έναν τέτοιο χώρο πρέπει και η ίδια να είναι ατσάλι. Να είναι αποφασιστική, να είναι «killer». Να έχει στόχους και να «χτυπάει». Η Αρκάντινα έχει όλα αυτά τα χαρακτηριστικά. Μπορεί να είναι πολύ τρυφερή, πολύ καλή και πολύ γενναιόδωρη αλλά από την άλλη στιγμή όταν ξέρει το στόχο της, δεν θα υπολογίσει τίποτα προκειμένου να τον φτάσει, ούτε το ίδιο της το παιδί. Είναι εξαιρετικά σκληρή. Είναι πρώτα σκληρή με τον εαυτό της και μετά έχει γίνει σκληρή με όλους τους υπόλοιπους.

Τι το διαφορετικό βλέπουμε όσον αφορά στη σκηνοθεσία; Το στοιχείο που καθιστά τη σκηνοθεσία διαφορετική είναι η αντιμετώπιση. Συνήθως «Ο γλάρος» ανεβαίνει από μια πρωταγωνίστρια, δηλαδή το έχει ανεβάσει και η Κάτια Δανδουλάκη και πάρα πολλές άλλες πρωταγωνίστριες, είναι αυτές που βάζουνε τα χρήματα, άρα το κέντρο της σκηνοθεσίας είναι η θιασάρχισσα, δηλαδή η Αρκάντινα. Εδώ δεν συμβαίνει αυτό το πράγμα. Στο έργο του Τσέχοφ, ούτως ή άλλως και οι δέκα οι ρόλοι είναι ισάξιοι, δεν υπάρχουν μικροί και μεγάλοι. Δηλαδή δεν με φωτίζει, επειδή παίζω την Αρκάντινα, διαφορετικά ο σκηνοθέτης μου, φωτίζει και τους δέκα εξίσου.

Πώς δουλέψατε το έργο; Δουλέψαμε μαγικά για τις συνθήκες του Κρατικού Θεάτρου, μπορώ να πω σαν ομάδα. Ο Πέτρος Ζηβανός είναι εξαιρετικός δά-σκαλος. Έχω την τύχη να είναι και προσωπικός μου φίλος. Εμένα μου εμπιστεύτηκε την Αρκάντινα, που είναι πολύ μεγάλο τόλμημα, επειδή είναι ένας ρό-λος που θα έκανε σαν τρελή οποιαδήποτε πρωταγωνίστρια για να τον παίξει και μου έκανε εξαιρετική τιμή να μου τον δώσει. Το ’84 είχα παίξει την Μάσα και τότε στη σκηνή του Κρατικού Θεάτρου σε σκηνοθεσία του Διαγόρα Χρονόπουλου. Τα είχα πάει αρκετά καλά. Υπάρχουν δηλαδή ακόμη άνθρωποι που με θυμούνται σαν Μάσα. Ελπίζω και τώρα να με θυμούνται και σαν Αρκάντινα.

Ποιες ήταν οι «γραμμές» που σας έ-δωσε ο σκηνοθέτης όσον αφορά στο στήσιμο; Το στήσιμο προκύπτει περισσότερο από τη συνεργασία του ηθοποιού με το σκηνοθέτη. Αυτό είναι το καλό με τον Πέτρο Ζηβανό. Είμαστε συγκοινωνούντα δοχεία. Ο ένας ρέει μέσα στον άλλον. Αυτό που θα δει ένας θεατής σε πρώτο επίπεδο είναι ότι δεν φοράμε κουστούμια εποχής. Είναι καθημερινά κουστουμιά που θα μπορούσες να τα δεις και στο δρόμο. Βέβαια με μια θεατρικότητα και με μια σκοπιμότητα. Όσον αφορά στην επικοινωνία ανάμεσα στους ηθοποιούς δεν υπάρχει το «δήθεν». Είναι η αλήθεια η δική μου και των υπολοίπων ηθοποιών. Πώς θα αντιμετώπιζε ο καθένας από εμάς τις καταστάσεις που παρουσιάζονται στο έργο. Όλα είναι σε μια πολύ ρεαλιστική φόρμα. Και μέσα από αυτόν το ρεαλισμό «βγαίνει» και η ποιητικότητα του κειμένου.

Ποιες ήταν οι δυσκολίες που συναντήσατε στους τρεις μήνες προετοιμασίας της παράστασης; Οι δυσκολίες πάντοτε αφορούν το πώς θα πλησιάσεις ένα ρόλο. Όλοι οι ηθοποιοί το αντιμετωπίζουν αυτό. Στην αρχή σου φαίνεται βουνό, μετά αρχίζεις και λύνεσαι κάπως, μετά αρχίζεις και μπλοκάρεις τελείως και σιγά σιγά διαμορφώνεται το πράγμα. Είναι σαν γέννα, χρειάζεται ένας χρόνος επώασης. Έπειτα στα έργα του Τσέχοφ ακόμη κι ένα χρόνο να έκανα πρόβες, θα συνέχιζα να έβρισκα καινούρια στοιχεία. Υπάρχουν τόσες πολλές πλευρές στο ρόλο για να φωτίσεις που δεν μπορείς μέσα σε τρεις μήνες να τα έχεις όλα. Είναι πράγματα που όσο περισσότερο τα ψάχνεις τόσο περισσότερα στοιχεία βρίσκεις.

info: «Ο γλάρος» του Άντον Τσέχωφ σε σκηνοθεσία Πέτρου Ζηβανού στο Θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών



by αθηνά τσακαλίδου

Δεν υπάρχουν σχόλια: