Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2008

Εστεμπάν Σαπίρ

Η «Antena», της ομότιτλης ταινίας που παίζεται στις αίθουσες, είναι μια κεραία που στέλνει τα μηνύματά της σε μια βουβή πόλη. Ο αργεντινός σκηνοθέτης της ταινίας στέλνει στο CITY και στους θεατές της τις δικές του λέξεις, από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού

Πώς θα περιέγραφες με τα δικά σου λόγια την ταινία; Το «La Antena» είναι ένα φιλμ-κολάζ φτιαγμένο από χαρτί και χαρτόνι, ένα μάλλον αφελές όραμα του κόσμου της οπτικοακουστικής επικοινωνίας που προσπαθεί να κυριεύσει την περιοχή των ιδεών μας. Γι’ αυτό και η ταινία είναι βασισμένη σε μια προσωπική, κάπως παιδική και μερικές φορές άγαρμπη ιδέα, που αναπτύσσεται ωστόσο με μια καθαρά παιχνιδίστικη διάθεση σε ό,τι αφορά στην κατασκευή και το σχεδιασμό της, έτσι ώστε να μεταφέρεται με έναν απλό τρόπο ένα αφηρημένο και μάλλον περίπλοκο περιεχόμενο.

Πώς συνέλαβες αυτή σου την ιδέα; Τα τελευταία 7 χρόνια δουλεύω στην εταιρία παραγωγής LadobleA, σκηνοθετώντας διαφημιστικά σποτ και μουσικά βίντεο. Πάντα με ενδιέφερε το πεδίο της επικοινωνίας και η χειραγώγηση των μαζών από τη διαφήμιση στον τρόπο που επηρεάζει την κοινωνία στο να αποκτά καταναλωτικές συνήθειες. Κατά τ’ άλλα, ανέκαθεν θεωρούσα τον εαυτό μου λάτρη του βωβού κινηματογράφου. Πιστεύω πως ο τρόπος με τον οποίο τελειώνει το φιλμ είναι ένα είδος κάθαρσης της εμπειρίας μου στο πέρασμα των ετών και μια σύζευξη των διαφορετικών ευρημάτων που εμπνεύστηκα γυρίζοντας το συγκεκριμένο πρότζεκτ.

Πράγματι, η τεχνική σου στη χρήση των ειδικών εφέ θυμίζει αυτά που χρησιμοποιούσε ο Ζωρζ Μελιές στις πρώτες ταινίες. Υπάρχουν άλλοι σκηνοθέτες τη δουλειά των οποίων αναγνωρίζεις ως αναφορά σου; Αγαπώ τον Ζωρζ Μελιές, τον Φριτζ Λανγκ, τον Μουρνάου, τον Σεργκέι Άιζενσταιν. Όλοι τους είχαν έναν τρόπο να γυρίζουν ταινίες απλό, ποιητικό και αγνό.

Πώς βρήκες χρηματοδότηση για να γυρίσετε την ταινία; Χάρη στην ίδια τη διαφήμιση. Ο βασικός «επενδυτής» μου ήταν η εταιρία Error! Bookmark not defined. όπου και δουλεύω. Είχα επίσης μια μικρή βοήθεια από το INCAA (National Institute of Audiovisual Arts in Argentina. Εθνικό Ινστιτούτο Οπτικοασκουστικών τεχνών της Αργεντινής), και φυσικά την υποστήριξη του ταμείου Ubert Bals Found του Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Ρόττερνταμ.

Πόσος καιρός χρειάστηκε για να ολοκληρώσεις την ταινία; Για την ακρίβεια, το γύρισμα μου πήρε 11 εβδομάδες. Το μοντάζ κράτησε 3 μήνες, ενώ η ψηφιακή επεξεργασία που κάναμε με έναν ιδιαίτερο αυτοσχέδιο τρόπο μόνο με έναν υπολογιστή της ladobleA, εκείνο μας πήρε σχεδόν δυο χρόνια…

Κυρίως δουλεύεις ως διευθυντής φωτογραφίας. Πώς επηρεάζει αυτό το ύφος σου ως σκηνοθέτη; Κατά κάποιον τρόπο, πάνω και πριν από όλα, είμαι φωτογράφος. Χωρίς αμφιβολία, η έμπνευσή μου έρχεται από το σχεδιασμό των εικόνων, από το στήσιμο μιας φωτογραφίας, παρά από κάποια ιστορία. Και οι δύο ταινίες μου χτίστηκαν με αυτή τη λογική. Σε γενικές γραμμές ξεκινώ από ένα συμμαζεμένο, τακτοποιημένο storyboard -σε αυτήν την περίπτωση, στο («La Antena»), χρησιμοποίησα 3000 σχέδια- τα γύρισα όλα! Δεν αφήνω πολλά περιθώρια στον εαυτό μου να αυτοσχεδιάσει. Αποφασίζω τα πάντα πιο πριν, με σκίτσα, και μετά τα αναπαράγω μέσω της κινηματογραφικής μηχανής.

Σε ποιο βαθμό μιλά η ταινία για μια κοινωνία που υπάρχει ήδη; Με άλλα λόγια, μιλά για το σήμερα ή για το άμεσο μέλλον; Υπό αυτήν την έννοια, το φιλμ είναι άχρονο: Αλλά η αλήθεια είναι πώς η επιρροή που ασκούν τα Μέσα στην κοινωνία γίνεται ολοένα και ισχυρότερη, ειδικότερα στις νέες γενιές. Σχεδόν κανείς δεν ανοίγει ένα βιβλίο σήμερα, σχεδόν όλα συμβαίνουν μέσω της τηλεόρασης, στο σύμπαν των ταινιών ή του ίντερνετ. Εδώ και λίγο καιρό η κοινωνία έχει εγκαταλείψει τη σκέψη που αποτυπώνεται γραπτά, τώρα όλοι σκέφτονται με έναν «οπτικό» τρόπο, και αυτός ο τρόπος σκέψης τροφοδοτείται από εικόνες που γεννούν άλλες εικόνες, δεν αυτοτροφοδοτούνται. Για μένα, αυτή είναι η πιο επικίνδυνη προοπτική που ανοίγεται στο μέλλον.

Η απουσία των διαλόγων στοχεύει ενδεχομένως στην απεύθυνση σε ένα ευρύτερο κοινό, από τη στιγμή που η γλώσσα δεν είναι πια φραγμός; Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ έτσι, αλλά αυτό το φιλμ-δοκίμιο, όπως το αποκαλώ, παράγει μια μεγάλη γκάμα από ερμηνείες, ερεθίσματα και προσωπικά οράματα. Κι αυτό, κατά κάποιο τρόπο, είναι αυτό που με ενδιαφέρει: να προκαλέσω ένα είδος διαλόγου με το θεατή. Θέλω οι άνθρωποι που βλέπουν την ταινία να δημιουργήσουν τις δικές τους ιδέες και εντυπώσεις για αυτήν.

Δυστυχώς, το ελληνικό κοινό δεν έχει τη δυνατότητα να δει πολλές ταινίες από την Αργεντινή στις αίθουσες. Αυτό είναι ένα γενικότερο πρόβλημα που αφορά στη διανομή, αντίστοιχα κι εμείς δεν βλέπουμε πολλές ελληνικές ταινίες. Λίγοι είναι αυτοί που το αποφασίζουν. Μόνο στα διεθνή φεστιβάλ γίνεται, όπου επιδεικνύεται η ποικιλία της παγκόσμιας παραγωγής, αλλά αυτά τα παρακολουθούν λίγοι μόνο θεατές. Υποθέτω πως αυτό είναι μέρος της «δουλειάς». Πρέπει όμως να υπάρχουν πολλές ανεξάρτητες ταινίες και οι διανομείς πρέπει να ξεκινούν να διακινούν τις ταινίες πέρα από το παραδοσιακό τους κύκλωμα, γιατί είναι ταινίες ειδικού ενδιαφέροντος, σε κοινό που εκτείνεται πέρα από τα σύνορα της χώρας.

Πώς θα περιέγραφες τη φυσιογνωμία της κινηματογραφίας της Αργεντινής δουλεύοντας μέσα σε αυτήν; Υπάρχει συγγένεια με το σινεμά των γειτονικών χωρών της Λατινικής Αμερικής; Ειλικρινά, δεν είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος να σου απαντήσει σε αυτό το θέμα. Δεν βλέπω άλλες λατινοαμερικάνικες ταινίες τελευταία. Αυτό που μπορώ να πω είναι πως ο τρόπος με τον οποία παράγονται οι ταινίες είναι εντελώς διαφορετικός από αυτόν των άλλων χωρών.

Η προηγούμενη ταινία σου ήταν κι αυτή γυρισμένη σε άσπρο και μαύρο. Είναι αυτό θέμα προτίμησης ή εξυπηρετεί κάποιον άλλον σκοπό; Είναι θέμα γούστου. Αυτό που προσπάθησα να κάνω είναι να αναπτύξω αφηρημένες ιδέες μέσα από μια προοπτική λίγο ή πολύ ρεαλιστική στην πρώτη περίπτωση του «Picado Fino» και από μια φανταστική πλευρά στην περίπτωση του «La Ante-na». Τα ασπρόμαυρο με βοήθησε να αναπτύξω αυτή την αφαιρετική εντύπωση στις εικόνες μου. Δεν υπάρχει πάντως καμία αμφιβολία ότι το επόμενο βήμα μου θα είναι μια ταινία με χρώμα, ακόμα και αν δεν έχει πολύ χρώμα!

Ποια είναι τελικά η «φωνή» του σινεμά σήμερα; Νομίζεις ότι έχει ξεμείνει από λέξεις; Η φωνή αυτή είναι σαν μια ταινία που κουβαλά ο κάθε ένας μέσα του ξεχωριστά, μόνη και αυθεντική, μια ταινία με αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο για τον εαυτό μας, την ιστορία μας και τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο γύρω μας. Ελπίζω ότι αυτή η «φωνή» που περιγράφω θα μας κρατήσει φωτισμένους και σε επαγρύπνηση.


by γκέλυ μαδεμλή

Δεν υπάρχουν σχόλια: