Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2008

Πόσο απέχει ο δημοσιογράφος από το έργο του; *

* ρητορικό ερώτημα

Siemens, Κόσσοβο, Κούγιας, Ζαχόπουλος, Μακεδονία, Μάκης, Θέμος, Λαζόπουλος blog, εκβιασμοί, καρναβάλια.
Αυτή είναι η επικαιρότητα.... Εκατοντάδες άρθρα, εκπομπές, γνώμες, απόψεις, σχόλια. Λόγια, λόγια, λόγια.... Σε κάνουν να αναρωτιέσαι. Πόσα από αυτά είναι κούφια, πόσα λέγονται για να λέγονται, τι κρύβεται από πίσω, πόσο νούμερο μπορεί να γίνεις αγωνιώντας για τα νούμερα ακροαματικότητας, τηλεθέασης, αναγνωσιμότητας. Πόσο πικρόχολος μπορεί να γίνει κάποιος, πόσο αλήτης είναι ο άλλος. Γιατί εξευτελίζεται ο τρίτος, τι δουλειά έχει αυτός ο κακιασμένος. Ποιοι ξέρουν τι λένε, από πού τα παίρνουν, ποιοι εννοούν εν τέλει αυτά που λένε. Τελικά τα βράδια όλοι κοιμούνται ήσυχοι και οι πρωταγωνιστές και οι θεατές. Το έργο επιτελέστηκε και από τους μεν και από τους δε.

Πριν από 15 μέρες μοιράσαμε 40.000 λευκά τεύχη. (Θα προτρέπαμε και άλλα περιοδικά να το επαναλάβουν). Ήδη πήραμε πίσω τα πρώτα τεύχη συμπληρωμένα. Σχεδόν όλοι στο περιοδικό πανηγυρίσαμε που υπήρξε τέτοια ανταπόκριση. Μεγαλύτερα κείμενα παραλάβαμε και με mail. Και τώρα αναρωτιέμαι.... τι γράφουν για αυτή την απόπειρα. Δίλλημα!

¨Κανονικά¨ ένα περιοδικό σιελώνει τους αναγνώστες, τους ανεβάζει στα ουράνια και αν είναι Αθηναικό editorial, η θορυβώδη παθολογία του, συγκινημένη ως κορασίδα που μόλις τη διακόρευσαν σκύβει σεμνά τη κεφαλή να υποκλιθεί. Πάντα ¨εκπλήσσεται¨, ποτέ δεν παραλείπει να ¨συγκινείται¨. Επιδεικνύει ταυτόχρονα μια παράφορη ανάγκη να εξυψώσει το κοινό, όπως όλοι οι δημαγωγοί.
Και οι δικοί μας αναγνώστες; «Τι ψυχή θα παραδόσεις αν δεν τους κανακέψεις;» λέει ο δαίμων μου. Για αυτό θα πω και τον καλό μου λόγο. Με μια ματιά μπορείς να διαπιστώσεις ότι υπάρχουν ανάμεσα σε αυτούς που μας διαβάζουν ενδιαφέρουσες φωνές, κάποιες και πιο άρτιες από αυτές που ξεφυλλίζουμε στα περιοδικά, καλύτερες από τις δικές μας, πιο ουσιαστικές από τις κοινοτυπίες που κυκλοφορούν σε μερικές εφημερίδες, με χιούμορ, δεικτικές, αλλά και πολλές κουραστικές, μονότονες και φλύαρες. (Κοινωνία παιδί σου είμαι και σου μοιάζω). Καταλήγεις στο αβίαστο συμπέρασμα ότι τυχαία κάποιοι βρέθηκαν στην μια μεριά και οι άλλοι στην απέναντι. Μια γνωριμία, μια σχολή, επιμονή, πολύ υπομονή, ψώνισμα, ευγλωττία, λίγη ή πολλή γλοιώδη αναρρίχηση. Στην αναζήτηση ενός λόγου πιο ουσιαστικού, αυτοί οι ρόλοι θα έπρεπε να εναλλάσσονται. Διότι: πρακτικά είναι αδύνατο να εκτελείς διατεταγμένη υπηρεσία πάντα το πολύ σε 650 λέξεις. Και κάθε εβδομάδα συγκεκριμένη μέρα και ώρα να πρέπει οπωσδήποτε κάτι να πεις άσχετα με τις προσωπικές σου διακυμάνσεις. Κολλάς τις μαύρες αράχνες του είδους koinotopous - kenologοus.

Λατρεύω τo γραπτό λόγο. Διεγείρει τη φαντασία, εξημερώνει τα ένστικτα, προκαλεί τα συναισθήματα, υποκαθιστά τα πάθη που υπολειπόμαστε. Πολλοί θέλουμε να γράφουμε. Σχεδόν το 99,9% από εμάς όμως ¨εκσπερματώνει¨ μόνο όταν αποκτά αναγνώστες. Μια απάντηση στο ¨γιατί γράφουμε¨. Το λόγο που χιλιάδες στριμώχνονται να αποκτήσουν φωνή. Που τρελαίνονται με την ιδέα να εκδοθούν, να δημοσιεύσουν ένα κείμενο τους, μια ποιητική συλλογή, ένα δοκίμιο.
Να επανέλθω στους αναγνώστες. Εξευγενισμένες φωνές, έξυπνος λόγος, αλλά και σχεδόν μηδαμινές κραυγές απόγνωσης. Περίμενα κάτι πιο ανατρεπτικό, περισσότερο άναρχο. Το πάθος μοιάζει να είναι απύρετο. Είναι τρομερό. Εξευγενιζόμαστε, κατέληξε μεταφορικά να σημαίνει εκφυλιζόμαστε. Έλειψαν τα άγρια, πικρόχολα, κακιασμένα, πεινασμένα κείμενα. Το ξέσκισμα. Αντίθετα φαίνεται να κυριαρχεί ο όμορφος λόγος. Όλοι μα όλοι, υποχωρούν στη λαγνεία του ¨να αρέσω, να ξεχωρίσω¨, της επιβράβευσης, εν τέλει ακόμη και πίσω από την ανωνυμία. «H συμπεριφορά μας προκύπτει από την εμπλοκή του ερωτισμού μας» (σελ 34, Κωστή Παπαγιώργη, Ιμερος και Κλινοπάλη). Και όμως είμαστε στη καρναβαλική περίοδο που πίσω από τις μάσκες αφήνονται ελεύθερες οι φερομόνες να δράσουν.

Ευτυχώς ανάμεσα σε όλα υπήρξαν και κάποιες λέξεις που κατακερμάτισαν την ψευδοηθική κάποιων πραγμάτων. Σε καμιά δεκαριά μέρες υπολογίζουμε ότι θα έχουν επιστρέψει στα χέρια μας τα περισσότερα λευκά τεύχη. Με τη πρώτη ευκαιρία, κάπου καλοκαίρι θα τυπώσουμε ένα τεύχος λεύκωμα, με απόψεις, σκέψεις και κείμενα που παραλάβαμε. Θα βασίζεται στην πρωτοτυπία του όλου εγχειρήματος. Έχει το ενδιαφέρον του.

Στην τελική, παραμένει βασανιστικά το ίδιο ερώτημα: Πόσο απέχει η πραγματική ζωή που κρύβεται πίσω από τις μάσκες, από τη γραπτή της έκφραση... «Όση απόσταση έχει ο καλλιτέχνης από το έργο του» λέει ο δαιμονάκος μου. «Ίση με αυτή που απέχει ο δημοσιογράφος από το δικό του». Πασιφανέστατα, είναι στις κακές του...
27.02.08.13.59

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

ΕΧΕΙΣ ΑΠΟΛΥΤΟ ΔΙΚΙΟ ΑΛΛΑ ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΘΑ ΤΟΛΜΗΣΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΤΗΝ ΔΙΑΦΟΡΑ...

ΙΔΕΕΣ ΕΧΟΥΜΕ... Η ΤΟΛΜΗ....ΜΑΣ ΛΕΙΠΕΙ....

ΨΑΧΝΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟ, ΤΗΝ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΘΕΛΟΥΜΕ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΜΕΡΙΚΕΣ ΦΟΡΕΣ ΝΑ ΔΡΑΣΟΥΜΕ...
ΚΛΕΙΝΟΜΑΣΤΕ ΣΤΟΝ ΕΥΑΤΟΥΛΗ ΜΑΣ ΚΑΙ ΑΦΗΝΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΝΑ ΣΤΙΓΜΑΤΙΣΤΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΒΓΑΛΟΥΝ ΤΟ ΦΙΔΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΥΠΑ...

ΤΙ ΤΑ ΘΕΣ ΕΙΝΑΙ ΠΟΡΕΙΑ ΠΟΛΛΩΝ ΕΤΩΝ
ΣΤΕΛΛΑ Π.

Ανώνυμος είπε...

Σχόλιο στο ...σχόλιο
Ο καθένας μας μπορεί.Αρκεί να θεωρήσει πως η διαφορά είναι μόνο με τον εαυτό του και όχι με τους άλλους.Το χθεσινό εαυτό του, που, ναι, χρειάζεται τόλμη για να τον αφήσει πίσω.
Αλλά κάπου εκεί, σε αυτήν την πορεία των πολλών ετών καλό είναι να κοντοσταθεί, να σταματήσει, να κοιτάξει πίσω του, μπροστά του, και να αποφασίσει. Πώς θα αλλάξει ρυθμό στην πορεία του, ακόμη και αν βαδίζει " παράφωνα" με το ρυθμό που βλέπει και ακούει γύρω του....
Μια απόφαση χρειάζεται, σαν αυτή των ΑΑ, για μια μέρα τη φορά, ένα προσωπικό στοίχημα:Ν΄ανοιχτείς στους άλλους, να αφεθείς να "στιγματιστείς", να πεις ό,τι ακριβώς αισθάνεσαι, όπως το αισθάνεσαι και με όποιο τίμημα, χωρίς οι αναστολές να σου κλείνουν το στόμα.
Ν΄αγγίξεις ό,τι πάντα θέλεις ν΄άγγίξεις αλλά νιώθεις σαν κάτι να σου καίει το χέρι κάθε φορά που το απλώνεις. Να μπορείς να πεις σήμερα, τώρα, θα το αγγίξω, κι ας καώ...
Κι έτσι δε θα ψάχνουμε πια κάτι άπιαστο αλλά θα το ζούμε....