Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2007

Να τα πούμε; Σαν μια χριστουγεννιάτικη ιστορία…

Ένα κάποιο φάντασμα του παρελθόντος: Θυμάσαι εκείνο το αγόρι με τα ξαναμμένα, κόκκινα μάγουλα και τα μάτια που έλαμπαν όταν ξυπνούσε κι έβλεπε πίσω απ’ το τζάμι το χιόνι να έχει στρώσει άσπρο σεντόνι στους δρόμους και τις αυλές; Μετά, ντυμένο με σκούφο, κασκόλ τυλιχτό στο λαιμό και γάντια, να φτιάχνει χοντρομπαλά χιονάνθρωπο με καρότο για μύτη, μαζί με τη μικρή του αδερφή κι ύστερα να παίζει χιονοπόλεμο με τα άλλα παιδιά της γειτονιάς; Να τριγυρνάει με τον καλύτερό του φίλο και συνομήλικο στους παγωμένους δρόμους της πόλης και να λέει τα κάλαντα παραμονή Χριστουγέννων; Να επιστρέφει στο σπίτι, που είναι όλα ζεστά και το δέντρο των Χριστουγέννων στολισμένο σε μια γωνιά, η μητέρα να μαγειρεύει και να ετοιμάζει γλυκά, ο πατέρας να έρχεται απ’ έξω κουβαλώντας κι άλλα καλά; Και την επόμενη μέρα, Χριστούγεννα, να μαζεύονται οι πιο κοντινοί συγγενείς, οι θείοι, οι θείες και τα ξαδέρφια, ο παππούς και η γιαγιά, για το γιορτινό τραπέζι και να ανταλλάσσουν φιλιά και ευχές, να δίνουν πακέτα με δώρα στα παιδιά; Nα τρώνε και να πίνουν τσουγκρίζοντας τα ποτήρια τους και λέγοντας οι μεγάλοι παλιές ιστορίες για τότε που ήταν παιδιά; Αλλά και τωρινές ιστορίες για κάποια αστεία και απίθανα πράγματα που έκαναν ή είπαν τα δικά τους παιδιά;

Τα χρόνια περάσανε και το αγόρι μεγάλωσε. Σπούδασε, έγινε άντρας, βρήκε μετά μια καλή δουλειά με πολλά λεφτά, και μια γυναίκα που την αγάπησε και τον αγάπησε, παντρεύτηκαν κι έκαναν δύο παιδιά. Στις μέρες των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς προσπαθούσαν να διατηρήσουν ακόμα ένα κλίμα οικογενειακής γιορτής, όπως παλιά. Αλλά οι καιροί και τα ήθη άλλαζαν σιγά-σιγά…

Προς το παρόν: Τώρα ο άντρας αυτός έχει χωρίσει και δεν ζει πια μαζί με τα παιδιά του. Τα αγαπάει βέβαια και τα νοιάζεται πάντα και πληρώνει με το παραπάνω τα έξοδά τους. Τους στέλνει δώρα, όσο πιο ακριβά μπορεί στις γιορτές και τους τηλεφωνεί για τις ευχές. Ο ίδιος λείπει συνεχώς σε επαγγελματικά ταξίδια σ’ όλον τον κόσμο, κάνοντας μια σπουδαία καριέρα και μια μεγάλη περιουσία. Έχει για σύντροφό του μια νέα γυναίκα που ζει σαν κι αυτόν και συναντιούνται όποτε μπορούν, κάνοντας συνήθως ολιγοήμερα ταξίδια αναψυχής ή και εργασίας, συνδυάζοντας το τερπνόν μετά του ωφελίμου. Τα παιδιά του μεγαλώνουν με τη μητέρα τους και με γκουβερνάντες που τα προσέχουν και τα βοηθούν στη μελέτη τους, όταν εκείνη εργάζεται ή απουσιάζει για να ζήσει και τη δική της προσωπική ζωή, όπως δικαιούται.

Τα Χριστούγεννα όμως τα περνούν πάντα μαζί της, ενίοτε και με κάποιους συγγενείς, αν βολέψει, παππού και γιαγιά, θείες και θείους από το δικό της σόι. Αλλά ο άντρας αυτός υποσχέθηκε φέτος στα παιδιά του ότι τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων θα την περάσει οπωσδήποτε μαζί τους, όπως εκείνα θέλουν και όπου θέλουν. Μόνο που αυτή τη φορά δεν βρήκε και τόσο θερμή ανταπόκριση η υπόσχεσή του από τη μεριά τους…

Ένα κάποιο φάντασμα του μέλλοντος: Χρόνια αργότερα ο άντρας αυτός έχει πεθάνει και τα παιδιά του έχουν μεγαλώσει κι έχουν κάνει δικά τους παιδιά. Τα Χριστούγεννα δεν γιορτάζονται πια όπως κάποτε. Η κάθε μικρή οικογένεια κάνει -κι αν κάνει- τα δικά της, όπως συνηθίζεται: ανταλλάσσει «άχρηστα» δώρα (αφού τα παιδιά πια τα έχουν όλα όποια στιγμή τα θελήσουν), συμμετέχει σε πλούσια γεύματα (όπου τα περισσότερα εθιμοτυπικά εδέσματα μένουν αφάγωτα, αφού τα παιδιά είναι πια χορτασμένα), φεύγει ταξίδια για δημοφιλείς προορισμούς της μόδας στο εξωτερικό (ή στο εσωτερικό, για χειμερινό - ορεινό τουρισμό).

Όπως και να ’χει όμως, τα παιδιά, όπως και τα εγγόνια εκείνου του άντρα δεν έχουν καμιά σταθερή ανάμνησή του από τις παλιές μέρες των Χριστουγέννων. Κι έτσι, σε αυτές τις γιορτές δεν τον μνημονεύουν ποτέ -σαν εκείνος να μην υπήρξε ποτέ. Ούτε και το παλιό, καλό οικογενειακό πνεύμα των Χριστουγέννων…

by σωτήρης ζήκος

Δεν υπάρχουν σχόλια: