Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2007

Ενός λεπτού σιγή

(ο τίτλος είναι δάνειο από ποίημα του κύριου Ντίνου)


Στο σπίτι απλωνότανε μια βαριά ησυχία. Από τις λίγες φορές που τα ηχεία έμειναν βουβά να παρακολουθούν τις κινήσεις μου. Είχα απορροφηθεί στο διαχωρισμό τι κρατάω και τι πετώ, στο ξεσκαρτάρισμα παλιών σημειώσεων, μια από τις φορές που είχα αποφασίσει να καθαρίσω το γραφείο, να αδειάσω τα συρτάρια, σε μια γενναία προσπάθεια να ταξινομήσω το χάος.

Στην αρχή ξεκίνησε καλά... έπινα γερές γουλιές από το αρωματικό τσάι, ξεδιάλυνα το τοπίο από τη χαρτούρα που κατά καιρούς είχα συγκεντρώσει. Αποκόμματα από εφημερίδες, σελίδες κομμένες από κάποιο περιοδικό, σημειώματα που πρόχειρα είχα στήσει σε μια από τις πολλές προσπάθειες που έκανα παλιότερα να καταγράψω στιγμές, να διασώσω επιλεκτικά μνήμες, που αποχρωμάτιζαν μια καθημερινότητα που είχε παρέλθει. Ήταν οι εποχές της αναζήτησης. Η απόπειρα να καταγράψεις τα συναισθήματα που προέκυπταν από μια εικόνα, κρατώντας ντεμέκ τις αποστάσεις από τα γεγονότα.

Στα χέρια μου έπιασα ένα σχεδιάγραμμα, κάποιοι δρόμοι, σημειώσεις ποιο λεωφορείο να πάρω, πού να κατέβω και από πίσω διάβασα: «... πόσο φρικτό είναι να γεννιέσαι, να μεγαλώνεις και να πεθαίνεις στον ίδιο πίνακα ζωγραφισμένο στα 1600 με 1700 που κρέμεται σήμερα σε κάποιο μουσείο. Πόσο δυστυχισμένες πρέπει να είναι οι μοναχικές φιγούρες, τα κομμάτια των άψογων συνθέσεων μέσα σε αυτούς τους εντυπωσιακούς πίνακες. Καταδικασμένες πάντα να αντικρίζουν το ίδιο τοπίο».

Θυμήθηκα... Ήταν Χριστούγεννα και ήμουν μέσα σε μια βαθιά μαυρίλα, που ο τότε παιδιαρίζων εγωισμός αρνούνταν πεισματικά να παραδεχθεί ό,τι προέκυπτε από ένα χωρισμό. Μια φυγή, μια εγκατάλειψη από το προσωπικό πεδίο της μάχης. Σε ένα μουσείο μιας ευρωπαϊκής πόλης μπροστά σ’ ένα ζωγραφικό πίνακα που απεικόνιζε μια σύγκρουση στρατευμάτων, εγώ τυφλωμένος ανακάλυπτα αόρατες λεπτομέρειες και ομοιότητες με μια προσωπική μου περίπτωση και με τη συνειδητή αντίδραση του «είμαι καλά, δεν συμβαίνει τίποτα», κατέγραφα τις βουβές σκέψεις πίσω από λέξεις, σε ένα πρόχειρο σχεδιάγραμμα.

Συνήθως στις γιορτές, αυτές οι μνήμες που περιέχουν τις απώλειες ζωντανεύουν και εντελώς ύπουλα έρχονται να απαιτήσουν το μερίδιό τους. Τη χαρά που κάποτε σου είχαν μαγειρέψει την απαιτούν να την πάρουν πίσω τοκισμένη τοκογλυφικά. Και ως γνωστόν, όποιος μπλέκει σ’ αυτά τα κυκλώματα δίνει χωρίς σχεδόν ποτέ να ξεχρεώνει.

Στα χρόνια που συγκέντρωνα αναμνήσεις, έμαθα να μην πάω κόντρα στα συναισθήματα, όταν εννόησα ότι το να μην τα παραδέχομαι ή να προσπαθώ βίαια να τα αλλάξω, ιδιαίτερα σε περιόδους γιορτών, για να εναρμονιστώ με το γενικότερο κλίμα, με έκαναν να νιώθω πολύ χειρότερα.

Ενώ λες ότι κάποια κομμάτια χάθηκαν, έφυγαν από πάνω σου, έρχονται στιγμές που ανακαλύπτεις ότι πήραν μαζί τους και δικά σου πράγματα και σου άφησαν λογιών-λογιών λακκουβίτσες. Όπως τα μέρη που σε εγκατέλειψαν και από τα οποία δεν γυρνάς ποτέ. Είναι ένα σπίτι, ένας άνθρωπος, ένα παγκάκι, μια πόλη, οι πλάκες ενός πεζοδρομίου, ένα πεζούλι, μια μυρτιά που πά-ντα θα κουβαλάς μαζί σου. Η ανάμνηση του χώρου που κάτι συνέβη, εκεί που περπάτησες ή κάθισες, εκεί που ήξερες ότι ήταν η κουμπότρυπα που κουμπώνει το κουμπί σου. Αυτή η μνήμη δεν σβήνει ποτέ κι ας τη θολώσανε κάποιες άλλες λεπτομέρειες.

Φτύνω τον κόρφο μου και μακαρίζω την τύχη που με ευνόησε να νιώθω τόσο γεμάτος με τις λακκούβες που κουβαλώ, που τελικά δεν κατάφερα να πετάξω από πάνω μου τα παλιά σημειώματα. Ποτέ δεν αναπληρώνεις κάτι που δένει αρμονικά μαζί σου. Ποτέ δεν αντικαθίστανται οι φίλοι, οι μορφές που κάποτε λάτρευες, τα αγαπημένα βι-βλία, κάποια κομμάτια θα σέρνονται μαζί σε κάθε μετακόμιση.

Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας / κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά, / έναν ώμο ν’ ακουμπάτε την πίκρα σας, / ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας, / κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας, / έστω και μια φορά; / είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή / για τους απεγνωσμένους;

(Ν. Χριστιανόπουλος)

by σπύρος σαρανταένας

Δεν υπάρχουν σχόλια: