Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2007

Αρχή σοφίας, ονομάτων υπόσκαψις...

Με τη γλώσσα τους ως ασφαλή βαρκούλα, οι Έλληνες προτιμούν να πλέουν αμέριμνοι στη φλούο χαριτωμένη και αφελή ανοησιολογία τους, συνεννοούμενοι όχι τόσο με τη γλώσσα την ίδια, όσο με τα ενδεχόμενα νοήματα λέξεων, φράσεων και προτάσεων

Μπροστά στον πλούτο της όμορφης ελληνικής γλώσσης, ο νους του ανθρώπου βρίσκεται μειονεκτών και ελλιπής. Οι λέξεις ξεπερνούν τις έννοιες -κι ακόμη καλλίτερα- οι λέξεις φτιάχνουν έννοιες. Η γλώσσα είναι προαιώνια, πλούτισε από την εξαιρετικά γόνιμη αρχαία της φάση, προικίσθηκε από τη μεσαιωνική, δάνεισε και δανείσθηκε στα νεότερα χρόνια, απλουστεύθηκε, υπεραπλουστεύθηκε, πλανίστηκε και πλανήθηκε, και τώρα πια, κεκαθαρμένη, πεπλανημένη και απλουστευμένη, μας παραδόθηκε πια, σαν εξημερωμένος λεβιάθαν για να παίξουμε.

Ναι, αλλά και τα σηρογενή βράκεα θέ-λουν δεξιούς γλουτούς, και οι λέξεις με τις έννοιες πρέπει πάντα να βγαίνουν μαζί βόλτα.

Όχι στην Ελλάδα όμως. Με τη γλώσσα τους ως ασφαλή βαρκούλα, οι Έλληνες προτιμούν να πλέουν αμέριμνοι στη φλούο χαριτωμένη και αφελή ανοησιολογία τους, συνεννοούμενοι όχι τόσο με τη γλώσσα την ίδια, όσο με τα ενδεχόμενα νοήματα λέξεων, φράσεων και προτάσεων.

Ας πάρουμε, ας πούμε, τη χιλιοδιαφημισμένη λέξη «φιλότιμο», λέξη για την οποία οι Έλληνες καυχώνται ότι δεν ανευρίσκεται σε καμμιά άλλη γλώσσα, και, υποτίθεται, λέξη περιγράφουσα αρετή αποκλειστικώς ελληνική (οι υπόλοιποι, επομένως, λαοί, είναι, εκτός από «αμερικανάκια», «βάρβαροι», «βαλανοδίαιτοι», «υπανάπτυκτοι», «αμόρφωτοι» και «ξενέρωτοι», άρα «αφιλότιμοι»). Αν κάποιος αναζητήση τον ορισμό της λέξης, άκρη δεν θα βρη. Το «φιλότιμο» μπορεί να σημαίνη την «ανοχή», την «φιλοξενία», την «ανωτερότητα», την «δέσμευση στην αρετή», την «ευλάβεια στην ευγνωμοσύνη», την «πίστη στον ευεργέτη», την «καλοπιστία». Βγάλτε άκρη -και μετά, βρήτε μου και κάποιον φιλότιμο Έλληνα.

Ή, πάλι, η «μαγκιά». Άλλη πολυλέξη - θαύμα. Αν ρωτήσης κάποιον για το τι θα πη «μάγκας», θα προσκρούσης σε περιγραφικές λέξεις, του τύπου «κιμπάρης», «σωστός», «άπιαστος» και άλλες που προσδιορίζουν το ακατανόητο δια του ανοήτου. Μάγκας είναι ο ευθύφρων ή ο ειλικρινής, μάγκας και ο κρυψίνους. Μάγκας και ο οξυδερκής ή διορατικός, μάγκας και όποιος παίρνει τα πράγματα και τις καταστάσεις αψήφιστα, ανέμελα ή επιπόλαια. Μάγκας ο τίμιος και ο δίκαιος στις συναλλαγές του, μάγκας και ο ψιλοαπατεωνίσκος και ο ψιλοκαπάτσος. Προκειμένου περί γυναικών, το «μάγκισα», ή το (σεξιστικό) «μαγκάκι» (σμικρυντικό και ουδέτερο, παρακαλώ), υποδηλώνει την ξηγημένη, αντροφέρνουσα στη συμπεριφορά, καταφερτζού, ντόμπρα κατά την ανδρική αντίληψη του όρου, ελαφρώς ελαφρά κατά τα ήθη, κοινώς, τη γυναίκα που όλοι θα θέλαμε για φίλη, αλλά κανείς για κάτι περισσότερο. Η λέξη «μάγκας» διακρίνεται σαφώς από το «μαγκίτη», που προσποιείται, ή θα ήθελε να είναι όλα αυτά, χωρίς να τα καταφέρνη.

Καμιά αντίρρηση, φυσικά, για όλες αυτές τις πολύσημες λέξεις, που δίνουν χρώμα στη γλώσσα, έστω και με το ολίγον νεφελώδες εννοιολογικό τους περίγραμμα. Το κακό αρχίζει όταν αυτές αρχίζουν να παρεκτοπίζουν όσες άλλες λέξεις θα μπορούσαν να τις περιγράψουν, εξαιρώντας μερικές εξ ίσου ακαθόριστες και ομιχλώδεις συνώνυμες. Το δε ακόμα χειρότερο είναι το ότι περιγράφουν αρετές κυρίως ιδεατές, και, εν πάση περιπτώσει, σπανίζουσες παρ’ ημίν. Θα ’λεγε κανείς ότι η ελληνική γλώσσα περιγράφει εκείνες ακριβώς τις αρετές που λείπουν από τους κακόμοιρους Έλληνες. Μπέσες, κιμπαρλίκια, λεβεντιές, παλικαροσύνες, φιλότιμα, μαγκιές, λεκτικά ρα-πανάκια παντός καιρού για πάσαν νόσον και μαλακίαν, εκφραστικά γλωσσικά εκρίμματα με σπάνια αντιστοιχία στην πραγματικότητα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: