Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2008

Παρκάροντας σαν (ένας ακόμα) μαλάκας

Ένα πρωί, κάπως αργά, καθώς έφευγα από το σπίτι για τη δουλειά, με φώναξε κάτω στο δρόμο μια καλή γειτόνισσα. Πήγα κοντά της και μου είπε «Ήρθε η δημοτική αστυνομία και μοιράζει κλήσεις στα παρκαρισμένα στο πάρκο, τρέχα μήπως και προλάβεις το δικό σου…». Είχα παρκάρει κι εγώ πάνω στο πεζοδρόμιο γύρω από το πάρκο της γειτονιάς μας και πήγα προς τα εκεί, αλλά είχα πάρει ήδη την κλήση μου, όπως και όλοι όσοι ήταν ανεβασμένοι διαγώνια στο πεζοδρόμιο. Είδα παρακάτω το περιπολικό σταθμευμένο και τους μαγαζάτορες απέναντι από το πάρκο να κουβεντιάζουν μεταξύ τους με πάθος το θέμα που είχε προκύψει (και για το ποιος «ρουφιάνος» είχε καλέσει την τροχαία). Πήρα την κλήση από το αυτοκίνητο μου και είδα ότι το πρόστιμο ήταν 80 ευρώ αλλά αν το πλήρωνα εντός 10 ημερών θα έδινα μόνο 40. Δίπλωσα το χαρτί και το έβαλα στην τσέπη μου, είπα θα το πληρώσω σήμερα κιόλας να ξεμπερδεύω. Μετά σκέφτηκα ότι χωρίς το χαρτί της κλήσης στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου μου, διακινδύνευα να εισπράξω κι άλλη κλήση (για την συνεχιζόμενη παραβάση), άρα έπρεπε να το πάρω και να το παρκάρω κάπου αλλού. Μπήκα λοιπόν στο αυτοκίνητο, το κατέβασα από το πεζοδρόμιο και, πριν προλάβω να απομακρυνθώ, είδα πίσω μου -από το καθρεφτάκι του οδηγού- ένα άλλο αυτοκίνητο να παίρνει τη θέση που είχα πριν, καβαλώντας το πεζοδρόμιο, ενώ το περιπολικό βρισκόταν ακόμα κάπου πιο πέρα!

Έκανα ένα γύρο, ώσπου βρήκα κάπου και πάρκαρα και επέστρεψα με τα πόδια στο πάρκο. Είδα λοιπόν ότι το περιπολικό είχε φύγει, το αυτοκίνητο που είχε πάρει την (παράνομη) θέση που είχα πριν λίγο εγώ ήταν χωρίς οδηγό και χωρίς… κλήση, οι μαγαζάτορες ήταν ακόμα εκεί έξω κι ένας από αυτούς ήταν έτοιμος να αρπαχτεί στα χέρια με έναν ταξιτζή (τον οποίο είχε αποκαλέσει «καθίκι» γιατί θεώρησε πως αυτός είχε καλέσει την αστυνομία). Σε μια γωνία ήταν συγκεντρωμένοι κάποιοι γείτονες από την πολυκατοικία που μένω και πήγα κοντά τους, όπου τους άκουσα να λένε –«Εγώ νομίζω πως την αστυνομία την φώναξε ένας γέρος που έρχεται και κάθεται κάθε πρωί στα παγκάκια του πάρκου. Κάθε φορά βλέπει τα παρκαρισμένα στο πεζοδρόμιο βρίζει» είπε ο ένας. –«Εντάξει, και πού να τα βάλουν οι άνθρωποι; Τώρα η κάθε οικογένεια έχει και δύο και τρία αυτοκίνητα» είπε ένας άλλος. –«Καλά, τον είδατε τον άλλον που μόλις έφυγα εγώ, πάρκαρε αμέσως στη θέση μου, ενώ ήταν ακόμα εδώ το περιπολικό;» είπα κι εγώ. –«Εδώ ένας άλλος, πριν κατέβεις εσύ, βρήκε την κλήση στο δικό του, την έσκισε επιδεικτικά, πήρε το αυτοκίνητό του κι έφυγε…» ενημέρωσε την ομήγυρη μια γειτόνισσα. –«Ξέρετε κάτι, θα μπορούσα να είχα καλέσει κι εγώ την αστυνομία, γιατί δεν φτάνει που καβαλάνε το πεζοδρόμιο, αλλά το κολλάνε και στο κιγκλίδωμα της πρασιάς να μη μπορείς να περάσεις… Εγώ ξέρω τι τράβηξα τόσο καιρό, όταν έβγαζα με το καρότσι τον εγγονό μου» είπε ένας συνταξιούχος γείτονας. –«Εγώ προσπάθησα, δύο χρόνια τώρα, από τότε που άρχισαν να καβαλάνε το πεζοδρόμιο του πάρκου, να μην το κάνω… ερχόμουν κι ενώ υπήρχε θέση πάνω στο πεζοδρόμιο, έκανα γύρους για ώρα να βρω να παρκάρω κάπου αλλού, ώσπου κάποια στιγμή… υπέκυψα, ούτε που το κατάλαβα πότε έγινε, κι από τότε…» προσπάθησα να απολογηθώ εγώ.

Αργότερα πήγα σε κάποια γραφεία του δήμου στο κέντρο για να πληρώσω την κλήση. Εκεί συνάντησα τον Κίμωνα, ένα παλιό φίλο, που ήρθε να βγάλει κάρτα ελεύθερης στάθμευσης κατοίκου του κέντρου και του είπα για την κλήση. «Καλά, γιατί δεν πας με τη δημοσιογραφική σου κάρτα να ακυρώσεις την κλήση;» με επίπληξε και πήγε να μου εξηγήσει τι θα έπρεπε να κάνω. «Ξέρω τη διαδικασία, αλλά θέλω να πληρώσω» του απάντησα, «Έκανα αυτό που χρόνια κατηγορούσα όταν το έκαναν άλλοι, τότε που πήγαινα τα παιδιά μου να παίξουν στο πάρκο της γειτονιάς μου». Επέμενε όμως αυτός (με καλή προαίρεση απέναντί μου βέβαια) στο στιλ «Έλα, μην είσαι μαλάκας», «άλλοι κάνουν χειρότερα» κι έτσι δεν προσπάθησα περαιτέρω να του εξηγήσω: Πως ήθελα να πληρώσω, σαν υπόσχεση να μην το ξανακάνω ποτέ, ακριβώς για να μην νιώθω μαλάκας, αλλά όπως εγώ το εννοώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: