Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2008

O άνεμος της πόλης


Είχα αποφασίσει να ανέβω στη κορυφή του. Το νησάκι που οι ντόπιοι ονομάζανε Νικουριά απείχε μόλις 10 λεπτά με τη βάρκα από την απέναντι ακτή της Αμοργού. Η υπόλοιπη παρέα θα κολυμπούσε στις αμμουδιές του. Από τις 10 το πρωί ξεκίνησα την ανάβαση. Χρειάστηκαν 4 ώρες ελιγμοί ανάμεσα στα τσαλιά και ισορροπία πάνω στις πέτρες. Πέρα από τα όρια μου, αν αναλογισθώ ότι καμιά σχέση δεν έχω με το άθλημα. Ήταν όμως μια εσωτερική παρόρμηση που με τραβούσε. Τα μυστήρια της Αμοργού, χασκογελούσα από μέσα μου ανεβαίνοντας. Εκείνος ο παράξενος που τα λέγαμε χθες στα τσίπουρα, υποστήριζε ότι είναι το δεύτερο ή το τρίτο ενεργειακό σημείο στο κόσμο, δεν θυμάμαι.

Δεν θα κάνω καν την απόπειρα να περιγράψω όσα ένιωσα όταν επιτέλους έφθασα στην κορυφή. Είμαι εμφανώς κατώτερος των περιστάσεων. Μόνος με το δεξί πόδι να πατάει στη μια και το αριστερό στην άλλη πλευρά του μικρού νησιού. Αν περιεστρεφες το βλέμμα 360 μοίρες μόνο κομμάτια γης και θάλασσα θα έβλεπες ότι τριγυρνούσαν.

Ποιος είσαι.... σκεφτόμουν, τι ζητάς εδώ πάνω...

Σιωπηλά με μια μεταλλική λάμα που την είχα καβατζάρει από ένα καρνάγιο άρχισα να σκάβω. Με δυσκολία άνοιξα μια λακκούβα. Έβγαλα από τη τσέπη μου ένα μικρό αντικείμενο και σχεδόν με ανακούφιση το σκέπασα με πέτρες και τα χώματα. Μια από τις χαζές συμβολικές κινήσεις που κάνεις στη ζωή σου. ‘Ισως το ίδιο ανόητη και ιερή όπως όταν πετάς ένα αναμνηστικό που σε έδενε με κάποιο αγαπημένο πρόσωπο, ή όταν φιλάς ευλαβικά ένα κομμάτι πανί, ή ένα κομμάτι ξύλο που συμβολίζει μια σημαία, μια θρησκεία.

Μια μικρή τελετή χωρίς μάρτυρες σκέφτηκα και ρίγησα. Δεν ήταν σχήμα λόγου, ήταν ένα διαπεραστικό ρίγος αυτό που διαπέρασε το κορμί. Ήμουν μόνος, ώρες απόσταση από τους παραθεριστές του καλοκαιριού. Κανείς δεν μπορούσε να ξέρει...

Ο άνεμος απειλητικά άρχισε να βουίζει μέσα στο κεφάλι μου. Φωνές, κλάματα, γέλια, τραπέζια γιορτινά, μια κηδεία, υποσχέσεις, παραβάσεις, βύσσινο γλυκό, μια μηχανή στο καλοκαίρι να γυρνά χαμένη στους δρόμους, παλιοί έρωτες, το σπίτι που γεννήθηκα, ο παππούς στην Αθήνα, όλα με απίστευτη ταχύτητα να εναλλάσσονται.

Την ίδια ακριβώς ανατριχίλα ένιωσα σήμερα 10 χρόνια μετά. Ξημερώματα 7.34 ο ήλιος ανατέλει. Βγήκα στο μπαλκόνι με την ελπίδα να φυσήξει να καθαρίσει λίγο το κεφάλι μου που βούιζε. Η πόλη ξυπνούσε, τα πλοία δεν είχαν σβήσει τα φώτα τους και άρχισα να ριγώ.

Φυσούσε ένα αέρας πιο καθαρός από τη λευκότητα των πάγων. Από αυτούς που βγάζουν τα πλοία από τη ρότα τους και καθυστερούν τα πουλιά στα ταξίδια τους. Σορόκος, νοτιοανατολικός που αν τον αγνοήσεις μπορεί να στα κάνει όλα λαμπόγυαλο. Αναρωτήθηκα... Πως μπορεί ο αέρας να επηρεάσει, να ξέρει, να καταλαβαίνει.

Οι άνθρωποι βλέπουν τα πράγματα καθαρά λέει μια φίλη, όταν φυσά και η ατμόσφαιρα ηλεκτρίζεται. Το ίδιο εύκολα που παρασέρνει τα μαλλιά μιας γυναίκας, κουβαλά μαζί του χιλιάδες εικόνες που έχουμε ζήσει, σε άλλους καιρούς, άλλες ζωές. Στιγμές που πιστέψαμε ότι έχουν διαγραφεί ή που ποτέ δεν κατάφεραν να εισχωρήσουν στις μνήμες μας.

Ο αέρας διανύει χιλιόμετρα για να μεταφέρει ένα άγγιγμα από κάποιο άλλο παρελθόν. Ανάπνεα, αισθανόμουν, σκεφτόμουν χιλιάδες πράγματα. Ότι ζήσαμε, ποτέ δεν παύει να υπάρχει. Εκείνη την ώρα αυτή η σκέψη ήταν που μου έδωσε να καταλάβω πως ήμουν ζωντανός. Πήρα βαθιά ανάσα και τη κράτησα.

Θυμάμαι πως όταν ήμουν μικρός κρυβόμουν κάτω από τις κουβέρτες όταν ο Βαρδάρης ξέσπαγε στα παλιά παραθυρόφυλλα βροντώντας άγρια για να μπει μέσα. Η γιαγιά μου χάιδευε τα μαλλιά και μου ψιθύριζε στο αυτί: «Μη φοβάσαι τον άνεμο, γιατί δεν είναι τίποτε άλλα παρά ...ένα τεράστιο μπαλόνι που ξεφουσκώνει»

Μέχρι να κατέβω είχε αλλάξει ο καιρός. Φυσούσε ένας λίβας αφρικάνικος που δεν επέτρεπε φλυαρίες. Χαμογέλασα.... Η Κατερίνα, ο Αλέκος, η Μελίνα, στην επιστροφή μου με υποδέχτηκαν με δεκάδες ερωτήσεις του τύπου, τι έγινε, τι κατάλαβες που τόσες ώρες ταλαιπωρείσαι. Βούτηξα στη θάλασσα και απομακρύνθηκα από την παραλία με μια σκέψη κολλημένη με τσίχλα στα μυαλά μου.

Τα δυνατά συναισθήματα είναι πάντα βουβά. Δεν περιγράφονται, δεν μιμούνται ήχους, δεν απολογούνται, δεν ξεφωνίζουν και κυρίως δεν έχουν να δώσουν σε κανέναν εξηγήσεις.

Τι σχέση μπορεί να έχει ο άνεμος της πόλης με αυτόν του νησιού?

Μισόκλεισα τα μάτια μου στο μπαλόνι, έτσουζαν από την αϋπνία. Όταν τα άνοιξα έβλεπα λαμπερές γραμμές στο μισοσκόταδο! Πήγα να φοβηθώ... «Σιγά...» μου ψιθύρισε ο άνεμος. «Μην ανησυχείς. Πεφταστέρια είναι. Ξέφυγαν από τον Αυγουστιάτικο ουρανό και σουλατσάρουν στην πόλη. Σας επισκέπτονται τις μέρες που αποκαλείτε Αλκυονίδες».

Τα συναισθήματα είναι η φωνή του σύμπαντος που ξεφυσάει την αγωνία του. Και είναι ίδια με αυτή που κρύβει ένα λάστιχο που ξεφουσκώνει στην άσφαλτο έχοντας την μεγαλειώδη ένταση που φανερώνουν οι πνιχτοί αναστεναγμοί μιας γυναίκας που χαϊδεύεται στα όνειρα της από έναν φανταστικό εραστή.

Θα με νομίζετε για μουρλό αλλά δεν είμαι. Οι άνεμοι της πόλης δεν είναι σιωπηλοί. Όταν έχεις αφήσει κάποιες χαραμάδες και ρωγμές, κάποιος αέρας με διαβολική ακρίβεια θα στοχεύσει πάνω τους και θα μπουκάρει μέσα. Κάποιος που δεν προκαλεί, δεν υπαινίσσεται, δεν συγκαλύπτει αλλά αποκαλύπτει τις μύχιες και ανομολόγητες στιγμές μας.

30.01.08.13.23

by σπύρος σαρανταένας

Δεν υπάρχουν σχόλια: