Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2007

Μια παρέα γύρω από ένα τραπέζι

(αφιερωμένο στη φίλη στο Δουβλίνο)

Δεν υπήρξα ποτέ και ούτε θα γίνω, από ότι φαίνεται, αυτό που λέμε ο ιδανικός αμφιτρύωνας. Ιδιαίτερα αν θυμηθώ την τελευταία συγκέντρωση, που, ενώ οι άψογοι καλεσμένοι μου ήρθαν ακριβώς στην ώρα τους, εγώ καθυστέρησα να γυρίσω σπίτι και σχεδόν τίποτε δεν ήταν εντάξει… μόνο σακούλες από ψώνια αραδιασμένες μέσα στη κουζίνα. Όσα είχαν αναλάβει αυτοί ήταν έτοιμα. «Κοίτα, έκανα αυτό το γλυκό που σου αρέσει», «Άνοιξα φύλλο και έκανα μια χορτόπιτα...». Η κατάσταση θύμιζε βομβαρδισμένη γιάφκα. «Στάσου να σε βοηθήσουμε …». Πέσανε με τα μούτρα να πλύνουν τα λαχανικά, να λιώσουν το σκόρδο στο σκορδοστούμπι, να ψιλοκόψουν το κρεμμύδι.

Κι άρχισαν οι γλυκές παρεμβάσεις, οι ανταλλαγές απόψεων: «Λευκό βαλσάμικο καλύτερα… τόσους κόκκους πιπέρι να προσθέσουμε, δοκίμασε κι ένα κομμάτι κανέλας». Στη σαλάτα που έφερε η φίλη (παντζάρι με καρότο ψιλοτριμμένα) προσθέσαμε γιαούρτι σχεδόν με το έτσι θέλω. «Να το χωρίσουμε σε δύο μπωλ, στο ένα να βάλουμε λίγο ρόδι, του πάει» σιγοντάριζα. « Όση ώρα θα κάνει για να βγει από το φούρνο το φαγητό υπάρχει ευκαιρία να δοκιμάσουμε κάτι με μανιτάρια και μαρούλια». «Αυτό το κάνουμε στη Πελοπόννησο» πετάγεται η άλλη και ανέλαβε να επιληφθεί της κατσαρόλας. «Α ωραία, άμα το αναλάβεις εσύ, τότε να γεμίσουμε μερικές πιπεριές με τυριά. Βάλε και δυόσμο…».

Διάφορα πιάτα άρχισαν να πηγαινοέρχονται στο τραπέζι -ποιο τραπέζι; Το μικρό τραπεζάκι μπροστά στον καναπέ δεν έφτανε ούτε για τις σαλάτες. «Το άλλο, το επίσημο, πού να το αδειάσουμε από τα διάφορα που μάζεψα επάνω του;». «Ο γείτονας στο κάτω όροφο έχει ένα στο διάδρομο, έξω από τη πόρτα του» φώναζα από τη κουζίνα, «πάρτε το» (από αυτά τα πλαστικά που διαλαλούν οι γύφτοι). Τα πιο αλλοπρόσαλλα έπιπλα θα υπομένουν τους πιο διαφορετικούς συνδαιτυμόνες σε ύφος, γούστα και δρόμους που βαδίζουν.

Τι μας ενώνει; Σε ποιο σταυροδρόμι συμπίπτουν οι πορείες μας; Με ποιες αναλογίες άραγε έχει δέσει το σιρόπι μεταξύ μας; Πολλά και τίποτε είναι όσα μας φέραν κοντά, δεν γίνεται να περιγράψεις τι είναι αυτό που δένει τους ανθρώπους, ψηλαφιστά απλώνεται ένα χέρι για να ακουμπήσει στο ώμο σου, ένα χαμόγελο δειλά-δειλά θα δώσει την απάντηση στη κίνηση του άλλου, οι λέξεις που φλυαρούν κάπου θα μπλέξουν και θα γίνουν κουβέντα, οι γεύσεις θα θυμίσουν κάποια άλλη μέρα ένα άλλο τραπέζι. Στα σιωπηλά υφαίνεται το νήμα και ακούγονται παντού μόνο γέλια.

Συνήθως παρόμοια τραπέζια κάναμε στις μεγάλες γιορτές, αυτές όπου οι οικογένειες κάθονται γύρω από το τραπέζι και βγαίνουν λογιών-λογιών κα-λούδια. Τρίχες σάς πληροφορώ… προσωπικά εκείνα τα τραπέζια, που μου επιβεβαίωναν τη μελαγχολία των γιορτών, δεν είχαν τίποτε να κάνουνε με αυτές τις τρελές συγκεντρώσεις που κάνουμε στα σπίτια. Βρισκόμαστε πάντα Σάββατο, μιας και κανείς μας δεν βγαίνει και σχεδόν πάντα περιμένουμε να αποκοιμηθεί κάποιος σε έναν καναπέ.

Σε αυτές τις συγκεντρώσεις όλοι φροντίζουμε να κρατάμε απ’ έξω τα στραβοπατήματα, τινάζουμε τη μιζέρια από πάνω μας και σκουπίζουμε τα παπούτσια από αυτά που μας βαραίνουν στο χαλάκι της εξώπορτας. Όλοι είμαστε πρόθυμοι να ακούσουμε τα σεκλέτια του άλλου, αλλά κανείς μας δεν δέχεται να γίνει ο αυτουργός τέτοιες ώρες. Αγαπάμε τη χαρά, για την ακρίβεια τις απλές χαρές της ζωής. Δεν είναι μια τεχνητή χαρά, αλλά η τέχνη να χαιρόμαστε όποτε συναντιόμαστε.

Οι μαζώξεις μας είναι εορταστικές, χωρίς να γιορτάζουμε τίποτε πέρα του ότι είμαστε καλά. Σχεδόν όλες οι ιστορίες που θα πούμε πάνω στο τραπέζι έχουν χάπι εντ και όλες οι κουβέντες ξεκινάνε με ένα «έχεις δοκιμάσει ποτέ…». Και ύστερα όταν οι ανάσες μας μυρίζουν μαστίχα, βασιλικό και κόκκινο κρασί, αρχίζουν τα τραγούδια, οι μουσικές που μας ενώνουν και απογειώνουν τη διάθεση μας. Η οινοποσία ευνοεί τα φάλτσα. Πράγμα που σημαίνει ότι βρίσκουν ευκαιρία ακόμα και οι κουρούνες να άδουν.

Την Παρασκευή ξημερώματα η Μ. με ζόριζε να τρέχω στην εθνική για να προλάβει να φθάσει πρωί-πρωί στο Γκάζι στο «Bazaar των Δρόμων Ζωής» (μια παραμυθία από καλόψυχα ξωτικά, ρομαντικούς μάγειρες και εθελοντές καλοσύνης). Με αποζημίωσε που της έκανα τον οδηγό και φρόντισε να γεμίσει το καλάθι με αρωματισμένα λάδια, σπιτικά λικέρ, αποστάγματα, χούμους, Harisa, κονφί κρεμμυδιού, κονφί σκόρδου και άλλα χειροποίητα καλούδια. Όλα θα ανοιχτούν στην επόμενη συγκέντρωση φίλων υπό την φωνάρα της Μπέλλου «σ’ αυτόν τον κόσμο όσοι αγαπούνε / τρώνε βρώμικο ψωμί… κι οι πόθοι τους ακολουθούνε /υπόγεια διαδρομή».

*Να θυμηθώ να ζητήσω από την Βαγγελιώ, που είναι νησιώτισσα, να ζυμώσει χωριάτικο ψωμί.

Δεν υπάρχουν σχόλια: