Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2007

...γιατί το πάθος δεν θέλει παρτιτούρες...

Ας ματώνουν τα μάτια και τα χέρια μουσικών με ταλέντο, κι ας βγαίνουν τα μάτια τους στην παρτιτούρα για να αποδώσουν, απόμακρα έστω, το πάθος ενός ρώσου συνθέτη, τη φωτιά ενός Ισπανού, την κρυστάλλινη, παγωμένη φλόγα ενός Σκανδιναβού. Τώρα πια, αυτά είναι περιττά. Η μουσική καταναλώνεται μπουκηδόν, και το ταρατατζούμ βαφτίζεται πάθος, ενώ σε «μυσταγωγία» αναγορεύεται σήμερα η «πλεισταγωγία»

Το άκουσα πρωί-πρωί στο ραδιόφωνο, σε διαφημιστικό λαϊκοποιοτικής επικειμένης παραστάσεως στην πρωτεύουσα, και μου χτύπησε. Ήδη είχαν παιανισθή καμιά δεκαριά μέτρα από διάφορους ουγγρικούς χορούς του Μπράμς από κάμποσες δεκάδες βιολιά, τα οποία διαδέχθηκε ένας βραδυψυχικός «χο-ρός των σπαθιών».

Και, δεν λέω, καλοί οι τσιγγάνοι, ιδιαίτερα αν αρκούνται στο βιολί τους (και δεν έχουν και διεκδικήσεις, να λέγεται) καλά και τα βιολιά τους, όταν μάλιστα παίζουν τις δικές τους μελωδίες, και όταν, τέλος πάντων, όλα αυτά σου προσφέρονται σε τέως ολυμπιακές αρένες.

Αλλά... υπάρχει ένα «αλλά»... εκείνο το «το πάθος δεν θέλει παρτιτούρες», τι το θέλατε, ρε παιδιά; Χειρότερα από το αυτί (που είχε ήδη πληγωθή από το άκουσμα μιας εκτός μέτρου και κλίμακος τυραννωδίας από εκατό βιολιά αμέσως προηγουμένως) πονάει το μυαλό με κάτι τέτοιες φράσεις!

Δηλαδή, ρε παιδιά, τι, κατά τη γνώμη σας, θέλει το «πάθος»; «Ντουέντε», όπως είχε επικρατήσει να αποκαλούμε αυτό το «κάτι» στη δεκαετία του ογδόντα, με την ισπανομανία εκείνης της εποχής; «Ταλέντο»; Και, καλά, ανάμεσα σε εκατό βιολιά, πού ακριβώς θα φανούν «ντουέντε» και «ταλέντα»; Μια χλαλοή ακούγεται, ασυντόνιστη και βομβώδης, δημαγωγικά πομπώδης ώστε να τέρπη το λιγότερο εξασκημένο αυτί (κυρίως: το μυαλό).

Μάλιστα λοιπόν, κατά την τρέχουσα λαϊκομαρκετίστικη φιλοσοφία, το πά-θος δεν θέλει παρτιτούρες... και το έχουν πη και πολλοί σοφοί. «Ο λόγος σκοτώνει το πάθος», «οι λογικοί διαρκούν, οι παθιασμένοι ζουν». Λόγια σοφά, που ασφαλώς ήξεραν καλά και έχουν ενστερνισθή στο διαφημιστικό γραφείο! Σιγουρα δεν τους λείπει ο ρομαντισμός.

Κι ας ματώνουν τα μάτια και τα χέρια μουσικών με ταλέντο, κι ας βγαίνουν τα μάτια τους στην παρτιτούρα για να αποδώσουν, απόμακρα έστω, το πάθος ενός ρώσου συνθέτη, τη φωτιά ενός Ισπανού, την κρυστάλλινη, παγωμένη φλόγα ενός Σκανδιναβού. Τώρα πια, αυτά είναι περιττά. Η μουσική καταναλώνεται μπουκηδόν, και το ταρατατζούμ βαφτίζεται πάθος, ενώ σε «μυ-σταγωγία» αναγορεύεται σήμερα η «πλεισταγωγία».

Κι ας είναι το «πάθος» κάτι διαφορετικό από ένα ρυθμικό θόρυβο με νότες, κι ας είναι το πάθος κάτι που δεν παράγεις αυτόματα, μόνο και μόνο διότι κρατάς ένα βιολί και είσαι και τσιγγάνος, κι ούτε το καταναλώνεις κατά παραγγελίαν. Ας θέλη τα κότσια του.

Διαθέτει κι αυτό τα σούπερ μάρκετ του. Στρίβεις αριστερά στην Μεσογείων, δεξιά στην Κατεχάκη. Βρίζεις στο φανάρι, αγριοκοιτάς τον μπροστά σου στο πάρκινγκ. Καταριέσαι τον δίπλα σου στο ταμείο, και τον δίπλα σου με τον ενοχλητικό αγκώνα στο κάθισμα.

Εξαίρεσαι μετά με τα βιολιά -δεν πολυσκαμπάζεις, αλλά τις μελωδίες τις έ-χεις ακούσει (και ποιος δεν τις έχει, άλλωστε...). Το πνεύμα σου φεύγει, μεταρσιώνεται κάπου στη σφαίρα του πλατωνικού κάλλους.

Και μετά, έντ οφ δε μάτζικ, την κάνουμε μαζικώς. Στο αυτοκίνητο, κορνάροντας στον μπροστά. Αγριοκοιτώντας τον δί-πλα. Σιχτιρίζοντας τον άλλο που σου χώθηκε. Με πάθος που δεν θέλει παρτιτούρες. Γνήσιος, εξηρμένος ακόμη, έτοιμος για λίγη τηλεόραση πριν την ξάπλα. Και συ, όπως και οι δίπλα σου...

...Ομοιοπαθείς...

Δεν υπάρχουν σχόλια: