Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2007

μια γλυκιά αίσθηση όπως ακριβώς...

…είναι το βύσσινο γλυκό και οι μυρωδιές μετά τη βροχή.

...η οξύτατη επαφή μιας σταλαγματιάς πάνω στο πορτακαλοκίτρινο φύλλο του πάρκου

...η ένταση και λαχτάρα που νιώθεις μπροστά σε μια γκραβούρα του μεσαίωνα ή σε μια αναγεννησιακή προσωπογραφία.

...όταν παίζαμε κλέφτες και αστυνόμοι στα σοκάκια της πόλης.

...κυλάει το δάκρυ στο δικό του δρόμο πάνω στο πρόσωπο με τη ίδια σιγουριά που εκατοντάδες χρόνια τώρα τα βυζαντινά τείχη αντικρίζουν το ξημέρωμα.

...λιώνει στο στόμα ένα καθαρισμένο αμύγδαλο βουτηγμένο σε παλιό κονιάκ.

...η ψυχή έρχεται απευθείας σε επαφή με τις νότες και με το βαθύ γαλάζιο του ουρανού.

... το βλέμα που αγκαλιάζει ενώ το κορμί παραμένει ασάλευτο.

...τα πονετικά μάτια που χαϊδεύουν στέλνοντας κύματα τρυφερότητας.

...τα χνώτα που ζεσταίνουν.

...η ηδονή που γλίστρησε στο τρίχωμα της ήβης.

...τα λόγια που είναι γραμμένα στον αέρα, πάνω σε τοίχους, στις μνήμες.

...οι λέξεις που γαντζώνονται πάνω σου, οι κρυφές υποσχέσεις.

...πέφτουν οι αχτίνες του ήλιου και τα απογεύματα βάφουν σμαραγδί τη θάλασσα

... μετεωρίζονται όταν πετούν οι γλάροι.

...το κελάηδημα του καναρινιού κάτω από το μπαλκόνι που παρκάρεις.

...όταν ξέρεις ότι υπάρχει ένας φιλικός ώμος για να κλαις όταν δεν αντέχεις.

..το άγγιγμα στο μέτωπο που καίει από δροσερά χείλη.

...η σκιά, μεσημέρι στο κατακαλόκαιρο και ένα ποτήρι νερό όταν δαιμονισμένα θέλεις να σβήσει την δίψα σου.

... όταν ακολουθείς τη προαίσθηση σου και χαίρεσαι γιατί το έκανες.

...όταν γελάς, με σένα ή με τις φάτσες που παίρνουν οι άλλοι όταν γελάς.

...όταν γνωρίζεις ότι στα ζόρικα νερά που κολυμπάς, υπάρχει έστω ένα πρόσωπο που πιστεύει ότι μπορείς να τα καταφέρεις.

...όταν κάποιος πιστεύει σε σένα ενώ εσύ ο ίδιος δεν πιστεύεις στον εαυτό σου.

...όταν έρχεσαι πρόσωπο με πρόσωπο με την ευγένεια των ξένων.

...όταν παρόλο που είσαι μέσα στις μαύρες σου μπορείς να φέρεις χαρά και ευτυχία σε ένα παιδί.

...είναι ο θρίαμβος του ήλιου μετά τη νεροποντή.

(Σκέψεις αρκετά κοντά σ αυτές που γεννήθηκαν όταν περπατούσα ανάμεσα στα κιτρινισμένα φύλλα του μεσημεριού της Τρίτης στο βρεγμένο πάρκο του Ξαρχάκου, απέναντι από το Κρατικό θέατρο. Φύσαγε δυνατός αέρας, Βαρδάρης και τουρτούριζα όταν με χτυπούσε στο πρόσωπο.)


By σπύρος σαρανταένας

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

SAS EYXARISTOUME GIA TIS OMORFES SKEPSEIS POU MAS XARIZETE