Πέμπτη 24 Απριλίου 2008
Μια φωτο -χρονική- συγκυρία κι ένα «εξόριστο» άγαλμα
Επισκεφτήκαμε μετά και τις άλλες δύο εκθέσεις, την «Suite Cycladiques» του Eric Banse στο ισόγειο και την «Όταν το ρεύμα βγήκε από την πόλη - Ελλάδα 1962» του Gilles Ehrmann στο υπόγειο του κτιρίου. Στην πρώτη δεν είχα καμιά «επαφή», τη βρήκα (για τις προσλαμβάνουσές μου) κάπως τουριστική. Στη δεύτερη κάτι πήγε να γίνει (κυρίως μέσα από τις εικόνες μιας ελληνικής τοπιογραφίας που αμετάκλητα έχει χαθεί) αλλά δεν κράτησε για πολύ.
Αποχωρώντας από το Πολιτιστικό Κέντρο στάθηκα στην αυλή του καθώς είδα κάτι που δεν είχα προσέξει πριν: στην πρασιά υπήρχε -πάνω σε ένα χαμηλό βάθρο- το τραχύ γλυπτό ενός όρθιου άντρα φτιαγμένο από μέταλλο «σκουριασμένο». Πλησίασα και το περιεργάστηκα, αλλά δεν είδα να γράφει πουθενά περί τίνος πρόκειται. Επέστρεψα στο κτίριο και φώναξα τους φύλακες στην πόρτα και τους ρώτησα τι είναι αυτό και γιατί είναι έτσι παρατημένο. «Δεν μας έχουν πει τίποτα» μου απάντησε αμήχανα ο ένας, «αλλά κάτι άκουσα πως ίσως είναι κάποιος μακεδονομάχος». «Εγώ όμως ξέρω» τους είπα, «είναι το άγαλμα του Καπετάν Κώτα, που έφτιαξε ο γλύπτης Βασίλης Καλαμάρας, και ήταν χρόνια τοποθετημένο σε ένα πάρκο της Φλώρινας, ώσπου κάποιοι δημοτικοί άρχοντες ανακάλυψαν αίφνης ότι η αισθητική του γλυπτού παραείναι μοντέρνα, τόσο που προσβάλλει τον ήρωα - τους θύμιζε ανθρωποειδές με κουρέλια; - και το εξόρισαν από την πόλη, πάνε τώρα κάποια χρόνια… Και νάτο τώρα εδώ… χωρίς ούτε μια ταμπελίτσα που να γράφει τι είναι!». Ο ένας φύλακας κούνησε το κεφάλι και είπε: «Και το έβαλαν στραμμένο προς τα μέσα, με την πλάτη προς το δρόμο, να μην το βλέπουν και οι περαστικοί…». Κοίταξα κι εγώ προς το άγαλμα -αμίλητος.
Τώρα τι να πεις;
Τετάρτη 16 Απριλίου 2008
Δεν είναι το θέατρο μια Τέχνη του προφορικού λόγου;
Μετά πήγα στην επόμενη παράσταση στο Βασιλικό Θέατρο, όπου παιζόταν το έργο της Σάρα Κέιν «Καθαροί πια» από το Σύγχρονο Θέατρο του Βρότσλαβ σε σκηνοθεσία Κριστόφ Βαρλικόφσκι. Πλήθος κοινού περίμενε έξω από τις κλειστές πόρτες της αίθουσας παραστάσεων γιατί ο Βαρλικόφσκι έκανε -λέει- πρόβες την τελευταία στιγμή και η παράσταση (διάρκειας 2 ωρών και 40 λεπτών) άρχισε με 50 λεπτά καθυστέρηση. Η ατμόσφαιρα, από την πρώτη στιγμή, ήταν εντυπωσιακή: το εκτεταμένο και περιφραγμένο σκηνικό, οι χαμηλοί φωτισμοί, οι συριγμοί και η μουσική, η σωματική παρουσία και οι εντάσεις στις φωνές των προσώπων… Μόνο η γλώσσα που μιλιόταν, τα πολωνικά, μου ακουγόταν από την αρχή τόσο «ξένη»… Άκουγα μόνο κάτι φθόγγους, με συχνά επαναλαμβανόμενα τς, τς, τς, ενώ διάβασα -εναλλάξ- τους ελληνικούς και αγγλικούς υπέρτιτλους κάπου ψηλά (δίνοντας βαθμιαία έμφαση στα αγγλικά, καθότι έλεγα ότι είναι οι πρωτότυποι διάλογοι του έργου, και που η απόδοσή τους στα ελληνικά δεν ήταν πάντα επιτυχημένη). Ώσπου έχασα την επαφή μου με τον λόγο, δηλαδή με το περιεχόμενο νοήματος του έργου, σαν να έβλεπα πια, όχι μια θεατρική παράσταση αλλά μια κινηματογραφική ταινία (διαβάζοντας διπλούς υπέρτιτλους αντί για υπότιλους) με εντυπωσιακή -πραγματικά!- σκηνοθεσία, που ωστόσο δεν μπορούσα να παρακολουθήσω τι συνέβαινε εξελικτικά (και υπαρξιακά, φαντάζομαι) στους ήρωές της. (Παρατηρώντας μόνο κάποιες δευτερεύουσες λεπτομέρειες, όπως ότι σε κάποια επαφή ενός γυμνού άντρα και μιας γυμνής γυναίκας προκλήθηκε μια μερική στύση στον άντρα -αλλά αμέσως έσβησαν τα φώτα.) Έτσι κάπου στη μέση της διάρκειας της παράστασης, θεώρησα ανώφελο να παραμένω και να «χαζεύω» απλώς αφηρημένα όσα συνέβαιναν επί σκηνής κι αποχώρησα. «Μοντέρνο - ξεμοντέρνο, το θέατρο δεν παύει να είναι μια τέχνη προφορικής παράδοσης» σκέφτηκα με πείσμα, «που δεν προορίζεται για να διαβάζονται τα λόγια του». Και μετά μου ήρθε και τ’ άλλο: «Άσε που εγώ ποτέ μου δεν τρελάθηκα με την Σάρα Κέιν…».
Η επόμενη παράσταση που είδα ήταν το «Generation Jeans» από το Ελεύθερο Θέατρο της Λευκορωσίας στο Θέατρο της Εταιρίας Μακεδονικών Σπουδών, ένας μονόλογος μιάμισης ώρας στα ρώσικα -με ελληνικούς υπέρτιτλους βέβαια. Αλλά, αν και δεν καταλαβαίνω ούτε ρώσικα, αυτή τη φορά η «ανάγνωση αντί της ακρόασης» του λόγου δεν με πείραξε τόσο πολύ. Ίσως γιατί δεν επρόκειτο ακριβώς για θεατρικό έργο αλλά για μια αναδρομική αφήγηση απευθυνόμενη προς τον θεατή -με προεκτάσεις μανιφέστου (που αναφέρεται στον επαναστατικό συμβολισμό των τζιν ρούχων και του ροκ, τότε που ήταν απαγορευμένα στη Σοβιετική Ένωση). Ίσως γιατί τα όσα -λιτά- συνέβαιναν επί σκηνής δεν απαιτούσαν την αδιάλειπτη οπτική προσοχή, κι όταν την απαιτούσαν, φρόντιζε τουλάχιστον να σωπαίνει ο αφηγητής. Ίσως έπαιζαν ρόλο και τα μουσικά κομμάτια που μιξάριζε πίσω από τον ηθοποιό ο DJ. Ίσως, δεν ξέρω… Αλλά σκέφτηκα και το χειρότερο: ότι, ίσως, άρχισα εγώ να υποκύπτω σε μια επαφή «από δεύτερο χέρι» με τη θεατρική πράξη, όπου ο λόγος του έργου διαβάζεται (σε τίτλους) αντί να ακούγεται από τον θεατή. Και δεν ξαναπάτησα σε άλλη παράσταση με επαφή «ανάγνωσης» μόνο. Ε, δεν είναι θέατρο αυτό!
Οι ηλιόλουστες μέρες στα ουζερί της Περαίας
Που η φίλη μου πλήρωσε 6,5€ για μιάμιση ώρα στο πάρκιγκ-αλάνα σε κεντρικό σημείο της πόλης, κοντά στον λευκό Πύργο. Σε λίγο… ποδήλατο! (Αθηνά)
Που εγώ, ένα πρώην μικρό φουγάρο, μετράω 31 μέρες χωρίς ούτε ένα τσιγάρο!
Που ώρες-ώρες έχω δολοφονικές τάσεις και θέλω να σκοτώσω με φρικτά βασανιστήρια όσους καπνίζουν δίπλα μου! (Ντίνα)
Που εθεάθη σε καφέ-μπαρ της παραλίας στη Θεσσαλονίκη ο Στράτος (Τζώρτζογλου), ο Μάκης και ο… Θέμος, ναι κι αυτοί οι δυο μαζί
Που πολλά καλά «κονέ» γίνονται (κρυφά) στην πόλη μας αλλά τα καλά λεφτά παίζουν μόνο στην Αθήνα (Σταμάτης)
Το «Velvet Bus» που διοργάνωσε το περιοδικό Velvet και έφερε καλά γκρουπ στο Liebe
Που η συναυλία τελείωσε με ένα κακόγουστο, δήθεν αυθόρμητο, show γνωστού δημοσιογράφου επί της σκηνής. Ακόμα και τα stage diving χάλασαν στις μέρες μας
(Όλγα)
Που ζωντάνεψαν μπροστά μου πρόσωπα και ιστορίες άλλης εποχής με την έκθεση «Καλίνδοια, μια αρχαία πόλη στη Μακεδονίας» στο Αρχαιολογικό Μουσείο
Να υπάρχει ακόμη κόσμος που επισκέπτεται μουσεία όταν πηγαίνει εκδρομή, στο εξωτερικό κυρίως, ενώ δεν ξέρει τι γίνεται στην πόλη που ζει (Αναστασία)
Η παράσταση «Gin & Satsumas» του Levantes Dance Theatre στο «Μικρό φεστιβάλ» της Ούγκα Κλάρα
Η αντίληψη πως αν μια παράσταση είναι «τζάμπα», μπορείς να κάνεις ό,τι θες μέσα σ’ αυτήν (να μπαινοβγαίνεις, να βήχεις, να βγάζεις φωτό με το κινητό σου), βλ. Ευρωπαϊκό Βραβείο Θεάτρου… (Γκέλυ)
Που παρακολούθησα την ηρωική -λόγω συνθηκών στο Αριστοτέλειον- αλλά πολύ καλή παράσταση «La Traviata» από την Όπερα Θεσσαλονίκης
Που μου τα χάλασε κάπως η επιλογή του ερμηνευτή στο ρόλο του Αλφρέντο (όχι φωνητικά) που ήταν αταίριαχτος με την Βιολέτα (Zikos)
Τετάρτη 9 Απριλίου 2008
Υπάρχουν πια επικίνδυνοι ποιητές ή επικίνδυνοι μουσικοί;
Όταν μπήκα μέσα, το πλήθος του κοινού που είχε προσέλθει μου φάνηκε εντυπωσιακό και βέβαια δεν υπήρχε πουθενά καμιά θέση για να καθίσω. Κάπου μετακίνησα ένα σταντ με αφίσα του μουσείου λίγο πιο πίσω και βολεύτηκα όρθιος σε μια γωνιά. Από τον διάδρομο μπροστά μου πέρασε η διευθύντρια του μουσείου, η κυρία Τζένη Βελένη, κατευθυνόμενη προς την εξέδρα των ομιλητών και παράκαμψε για λίγο προς το μέρος μου να πούμε δυο κουβέντες.
Αμέσως μετά άρχισε η εκδήλωση, με την κυρία Βελένη να προλογίζει πρώτη τον ποιητή, ενώ ακολούθησε ο καθηγητής κύριος Χρήστος Τσολάκης, εκ μέρους του περιοδικού «Φιλόλογος», ο οποίος παρέθεσε ένα σύντομο εργοβιογραφικό του (ποιητή, πεζογράφου, επιμελητή κειμένων, εκδότη, γκαλερίστα, γραμματολόγου, στιχουργού τραγουδιών, κριτικού, μεταφραστή, κ.ά.) Ντίνου Χριστιανόπουλου, ξεκινώντας από την έκδοση της πρώτης του ποιητικής συλλογής, «Εποχή των ισχνών αγελάδων» το 1950. Εκείνη η αναφορά στο 1950 με έκανε και συνειδητοποίησα ξαφνικά την ηλικία του: «Ήταν περίπου 20 χρονών τότε, άρα τώρα οδεύει προς τα 80» σκέφτηκα και μετά, όταν ανέβηκε ο κύριος Ντίνος -με κάποια δυσκολία- στην έδρα του ομιλητή, έβγαλα τη βιντεοκάμερα από την τσάντα μου κι άρχισα να τον καταγράφω (για να τον «απαθανατίσω»).
Ε λοιπόν, από τη στιγμή που άρχισε να μιλάει -από στήθους παρακαλώ, επί μιάμιση ώρα δεν «έβαλε γλώσσα μέσα», κρατώντας τον ειρμό της σκέψης του
-παρά τις απαραίτητες παρεκβάσεις, χωρίς να κομπιάζει πουθενά και χωρίς να χάνει ούτε κόμμα ούτε τελεία (και χωρίς να πιει ο αθεόφοβος ούτε μια γουλιά νερό -γιατί στέγνωσε το στόμα του, βρε αδερφέ!- από το ποτήρι που βρισκόταν δίπλα του). Ώσπου, με το ρητορικό του οίστρο, που είχε μέχρι τέλους της ομιλίας σχεδόν ένα πάθος εφηβικό, μας «εξάντλησε» όλους.
Η βάση του θέματός του, μέσα από μια συγκριτική προσέγγιση, ήταν: γιατί ο μεγαλύτερος Έλληνας ποιητής του 19ου αιώνα, Διονύσιος Σολωμός, περνάει συνεχώς στα αζήτητα όχι μόνο στο εξωτερικό αλλά και στην Ελλάδα, ενώ από την άλλη ο μεγαλύτερος Έλληνας ποιητής του 20ου αιώνα, Κωνσταντίνος Καβάφης έχει εδώ και χρόνια τεράστια διεθνή απήχηση (μεταφρασμένος ήδη σε 70 γλώσσες και με άπειρες μελέτες για το έργο του) που ανεβαίνει συνεχώς; Ένα ζήτημα το οποίο προσπάθησε να προσεγγίσει αναλύοντας τρία στοιχεία που αφορούν και στους δύο ποιητές: πρώτον, τον κοινωνικό και καλλιτεχνικό τους περίγυρο, δεύτερον, τη ζωή τους και τα προσωπικά τους προβλήματα και τρίτον, το έργο τους και τον τρόπο που επέλεξαν να το ολοκληρώσουν. Η απάντηση έβγαινε αβίαστα από την γλαφυρή περιγραφή των ιστορικών και βιογραφικών πληροφοριών και σε σχέση με τα θέματα των ποιημάτων, απ’ όπου προέκυπτε η δυνάμει οικουμενικότητα του -«μεγάλου μάστορα»- Καβάφη σε σχέση με την περιορισμένη «ελληνικότητα» των θεμάτων του -ανώτερου από τον Καβάφη ποιητή, κατά τον Ντίνο Χριστιανόπουλο- Διονύσιου Σολωμού.
Μόλις η ομιλία τελείωσε έφυγα τρέχοντας γιατί με περίμενε η γυναίκα μου η Αναστασία (που έφτασε προς το τέλος της εκδήλωσης αφού είχε ξεμπερδέψει στο σπίτι με τα παιδιά) για να πάμε στην Πριγκηπέσσα όπου έπαιζαν (είχαν αρχίσει ήδη) ο Κώστας Θεοδώρου κοντρα- μπάσο και ο Μπάμπης Παπαδόπουλος (από τις Τρύπες) κιθάρα, ως αυτοσχεδιαστικό ντουέτο στο πρώτο μέρος και στο δεύτερο μέρος έμπαινε με τα πνευστά του και ο Φλώρος Φλωρίδης.
Μετά το τέλος της παράστασης ο Κώστας Θεοδώρου μου είπε ότι θα μας στείλει προσωπικά, σε μένα και την Αναστασία, τον καινούριο δίσκο που έχει έτοιμο αλλά οι εταιρίες δεν τον αναλαμβάνουν, γιατί λένε ότι δεν έχουν χρήματα αυτήν την εποχή, είναι όμως που περιέχει και κάτι τραγούδια «επικίνδυνα»…!!!
Κουφό, ε;
Τετάρτη 2 Απριλίου 2008
Μεταξύ σοβαρού κι αστείου...
Μετά την παρουσίαση του βιβλίου άρχισαν οι ερωτήσεις από το κοινό και η Σώτη κάτι είπε για τις αμφιβολίες που έχει ως συγγραφέας κάθε φορά που γράφει λογοτεχνία και μετά μια κυρία την ρώτησε για τα άλλα πράγματα που γράφει και η Σώτη απάντησε ότι στον τομέα των ιδεών για πολύ λίγα πράγματα αμφιβάλλει πια, ότι στην ηλικία της έχει πλέον κατασταλαγμένες απόψεις, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως είναι δογματική. Και ανέφερε ένα παράδειγμα: «Πριν από κάποιο καιρό έγινε στην Αθήνα μια συγκέντρωση της Χρυσής Αυγής η οποία -παρά τη βαθιά αντιπάθειά μου για τους χρυσαυγίτες- οφείλω να ομολογήσω πως ήταν ειρηνική. Κι όμως, ενάντια στην συγκέντρωση αυτή έγινε μια αντισυγκέντρωση αριστερών ομάδων που δεν ήθελε να επιτρέψει τη συγκέντρωση της Χρυσής Αυγής και κατέληξαν σε επεισόδια. Ε λοιπόν εγώ δεν συμφωνώ με αυτήν τη στάση: να μην επιτρέπεις σε οποιονδήποτε να διαδηλώνει τις θέσεις του, εφόσον τηρεί κάποιους κανόνες, ακόμα κι αν πρόκειται για τον ιδεολογικό σου εχθρό. Και γι’ αυτό λέω πως δεν είμαι δογματική».
(Με την Σώτη έχω -φτιάξει εντός μου, στο φαντασιακό μου- μια σχέση μεταφυσική: Επειδή έχουμε το ίδιο όνομα και την ίδια ηλικία, παρόμοιες πολιτικές και αισθητικές ανησυχίες αλλά οι ζωές μας έχουν κινηθεί σε άκρα αντίθετα, όταν άρχισε να τα χώνει στους Έλληνες και να γράφει παθιασμένα για ζητήματα πολιτικής και κοινωνικής ευθύνης, την θεώρησα κάτι σαν το θηλυκό alter ego μου, και είπα «ουφ, αφού αυτό το βάρος το φορτώθηκε εκείνη, εγώ παύω πια να οργίζομαι και να φορτίζομαι με όλα αυτά». Κι έτσι “ξεφόρτωσα” (σχετικά). Της το είπα μια φορά, αλλά νόμισε πως αστειευόμουν. Eγώ όμως βρήκα την ηρεμία μου. Αν και τώρα τελευταία, κάπου-κάπου κάτι με ξαναπιάνει… όταν τύχει και πιάνουμε την κουβέντα για την κατάσταση που επικρατεί γύρω μας και τη μαλακία που μας δέρνει. Και τότε ο φίλος μου ο Φίλιος, αν το πάρει χαμπάρι, μου τραγουδάει: «Τα παίρνεις όλα πολύ στα σοβαρά, είπε ο παλιάτσος στον ληστή…».)
Τετάρτη 26 Μαρτίου 2008
Παρκάροντας σαν (ένας ακόμα) μαλάκας
Έκανα ένα γύρο, ώσπου βρήκα κάπου και πάρκαρα και επέστρεψα με τα πόδια στο πάρκο. Είδα λοιπόν ότι το περιπολικό είχε φύγει, το αυτοκίνητο που είχε πάρει την (παράνομη) θέση που είχα πριν λίγο εγώ ήταν χωρίς οδηγό και χωρίς… κλήση, οι μαγαζάτορες ήταν ακόμα εκεί έξω κι ένας από αυτούς ήταν έτοιμος να αρπαχτεί στα χέρια με έναν ταξιτζή (τον οποίο είχε αποκαλέσει «καθίκι» γιατί θεώρησε πως αυτός είχε καλέσει την αστυνομία). Σε μια γωνία ήταν συγκεντρωμένοι κάποιοι γείτονες από την πολυκατοικία που μένω και πήγα κοντά τους, όπου τους άκουσα να λένε –«Εγώ νομίζω πως την αστυνομία την φώναξε ένας γέρος που έρχεται και κάθεται κάθε πρωί στα παγκάκια του πάρκου. Κάθε φορά βλέπει τα παρκαρισμένα στο πεζοδρόμιο βρίζει» είπε ο ένας. –«Εντάξει, και πού να τα βάλουν οι άνθρωποι; Τώρα η κάθε οικογένεια έχει και δύο και τρία αυτοκίνητα» είπε ένας άλλος. –«Καλά, τον είδατε τον άλλον που μόλις έφυγα εγώ, πάρκαρε αμέσως στη θέση μου, ενώ ήταν ακόμα εδώ το περιπολικό;» είπα κι εγώ. –«Εδώ ένας άλλος, πριν κατέβεις εσύ, βρήκε την κλήση στο δικό του, την έσκισε επιδεικτικά, πήρε το αυτοκίνητό του κι έφυγε…» ενημέρωσε την ομήγυρη μια γειτόνισσα. –«Ξέρετε κάτι, θα μπορούσα να είχα καλέσει κι εγώ την αστυνομία, γιατί δεν φτάνει που καβαλάνε το πεζοδρόμιο, αλλά το κολλάνε και στο κιγκλίδωμα της πρασιάς να μη μπορείς να περάσεις… Εγώ ξέρω τι τράβηξα τόσο καιρό, όταν έβγαζα με το καρότσι τον εγγονό μου» είπε ένας συνταξιούχος γείτονας. –«Εγώ προσπάθησα, δύο χρόνια τώρα, από τότε που άρχισαν να καβαλάνε το πεζοδρόμιο του πάρκου, να μην το κάνω… ερχόμουν κι ενώ υπήρχε θέση πάνω στο πεζοδρόμιο, έκανα γύρους για ώρα να βρω να παρκάρω κάπου αλλού, ώσπου κάποια στιγμή… υπέκυψα, ούτε που το κατάλαβα πότε έγινε, κι από τότε…» προσπάθησα να απολογηθώ εγώ.
Αργότερα πήγα σε κάποια γραφεία του δήμου στο κέντρο για να πληρώσω την κλήση. Εκεί συνάντησα τον Κίμωνα, ένα παλιό φίλο, που ήρθε να βγάλει κάρτα ελεύθερης στάθμευσης κατοίκου του κέντρου και του είπα για την κλήση. «Καλά, γιατί δεν πας με τη δημοσιογραφική σου κάρτα να ακυρώσεις την κλήση;» με επίπληξε και πήγε να μου εξηγήσει τι θα έπρεπε να κάνω. «Ξέρω τη διαδικασία, αλλά θέλω να πληρώσω» του απάντησα, «Έκανα αυτό που χρόνια κατηγορούσα όταν το έκαναν άλλοι, τότε που πήγαινα τα παιδιά μου να παίξουν στο πάρκο της γειτονιάς μου». Επέμενε όμως αυτός (με καλή προαίρεση απέναντί μου βέβαια) στο στιλ «Έλα, μην είσαι μαλάκας», «άλλοι κάνουν χειρότερα» κι έτσι δεν προσπάθησα περαιτέρω να του εξηγήσω: Πως ήθελα να πληρώσω, σαν υπόσχεση να μην το ξανακάνω ποτέ, ακριβώς για να μην νιώθω μαλάκας, αλλά όπως εγώ το εννοώ.
Πέμπτη 20 Μαρτίου 2008
Έτσι καθώς μπαίνουμε στην άνοιξη...
Στη σκηνή υπήρχε στημένη μια οθόνη και βγήκε δίπλα της ο Κώστας Θεοδώρου και είπε ότι στην αρχή θα προβαλόταν μια μικρή ενότητα με μερικές δικές του φωτογραφίες, θα ακολουθούσε μια ενότητα της Φωτεινής Ποταμιά κι έπειτα μια ακόμα ενότητα του Σωκράτη Νίκογλου πριν το διάλειμμα και μετά το διάλειμμα μια ενότητα του Λάμπρου Κυριακού, ενώ η προβολή θα έκλεινε πάλι με μια μικρή ενότητα του ίδιου.
Τα φώτα χαμήλωσαν κι άρχισε η προβολή με τον Κώστα Θεοδώρου να παίζει (αθέατος) μουσική πίσω από την οθόνη. Η δική του φωτογραφική ενότητα ήταν λιτή και είχε μερικές πολύ εντυπωσιακές εναέριες φωτογραφίες (από πού;), η δεύτερη ενότητα ήταν πιο δεμένη και εκτεταμένη, με αρκετές εικόνες «νεκρής φύσης» και καλλιτεχνική αισθητική, ενώ η τρίτη ήταν σχεδόν αφηγηματική, σαν βουβή ταινία μικρού μήκους, με ευδιάκριτα «κοινωνικά σχόλια» για την εποχή μας. Τα όργανα άλλαζαν από ενότητα σε ενότητα, όπως και οι μουσικοί ήχοι, «μοντάροντας» τέλεια (σαν soundtrack) τη διαδοχή των εικόνων και προσφέροντας, μέσα από τον συντονισμό των εναλλασσόμενων ρυθμών των εικόνων και της μουσικής, μια ψευδαίσθηση κίνησης των εικόνων. Η (μία περίπου) ώρα πέρασε χωρίς να το καταλάβω και ήρθε το διάλειμμα και ο Κώστας Θεοδώρου είπε πως υπάρχει κρασί για όσους θέλουν, υπάρχουν οι (αναμνηστικές) κάρτες-αφίσες της πρόβας, υπάρχει και το «κουτί χορηγίας» για όσους θέλουν να βάλουν κάτι για τα έξοδα της παράστασης (καθώς η είσοδος είναι ελεύθερη).
Είδα ότι είχε έρθει και ο φίλος μου ο Μήτσος που είχαμε δώσει ραντεβού και με ρώτησε: «Θα μείνουμε;» κι εγώ του είπα: «Πάμε καλύτερα να πιούμε κάτι». Κατευθύνθηκα πρώτος προς την έξοδο και είδα τον Μήτσο να ρίχνει κάποιο χαρτονόμισμα στο «κουτί χορηγίας», έτσι μετά τον ρώτησα: «Γιατί έριξες χρήματα, αφού ήρθες λίγο πριν το διάλειμμα;» Κι αυτός μου απάντησε δηκτικά: «Έβαλα για σένα, που είδες και άκουσες αρκετά…». Και μετά, έξω, με ρώτησε: «Δεν σου άρεσε αυτήν τη φορά;» Το σκέφτηκα λίγο και του είπα κάπως αβέβαια: «Καλό ήταν και μάλλον το δεύτερο μέρος θα ήταν ακόμα καλύτερο, αλλά… ήταν σαν να έβλεπα σινεμά, δεν το προσελάμβανα σαν λάιβ».
Πήγαμε για ποτά και φεύγοντας μετά, με το αυτοκίνητο, είδαμε κόσμο έξω από το Παλαί ντε Σπορ και θυμηθήκαμε πως είχε συναυλία από την Ορχήστρα Μίκης Θεοδωράκης για τους πυροπαθείς του καλοκαιριού (με κράχτη τον Λάκη Λαζόπουλο). «Όλα τα μαγαζιά απόψε, για όλα τα γούστα, φαίνεται πως ήταν γεμάτα» σκέφτηκα.
Σάββατο βράδυ πήγαμε με έναν φίλο μου επιχειρηματία στο Μέγαρο Μουσικής και παρακολουθήσαμε την όπερα «Ιούλιος Καίσαρας». Παρόλο που η διάρκεια της παράστασης ήταν -μαζί με τα δύο διαλείμματα- τρεισίμιση ώρες, περάσαμε καλά, καθώς το μουσικό ρυθμό κρατούσε κυρίως μια διαδοχή από πολύ μελωδικές άριες που επέτρεπαν στους πρωταγωνιστές να επιδεικνύουν τις (εξαιρετικές είναι η αλήθεια) φωνητικές τους ικανότητες.
Ο φίλος μου ο επιχειρηματίας με ρώτησε γιατί το ρόλο του Ιούλιου Καίσαρα τον ερμηνεύει γυναίκα και του εξήγησα ότι «τον 18ο αιώνα, σε αυτό το είδος της όπερας, της opera seria, τους πρωταγωνιστικούς ρόλους αναλάμβαναν, μαζί με τις σοπράνο, οι τραγουδιστές castrati οποίοι ευνουχίζονταν σε νεαρή ηλικία για να διατηρήσουν την καθαρή χροιά της αγορίστικης φωνής που συνδυάζονταν -λέει- με τη δύναμη της αντρικής φωνής… Όπως καταλαβαίνεις, δεν υπάρχουν πια ευνούχοι castrati, άρα τους ρόλους αυτούς τους αναθέτουν πια σε γυναίκες».
Μετά τις 12 τα μεσάνυχτα που τελείωσε η παράσταση κατεβήκαμε στο κέντρο και από την πλατεία της ΧΑΝΘ και μετά είχε τέτοια κίνηση, όχι μόνο τροχοφόρων αλλά και πεζών, που ήταν σαν σαββατόβραδο της Ανάστασης. Σχολούσαν οι τελευταίες προβολές των κινηματογράφων και οι τελευταίες παραστάσεις των θεάτρων –κόσμος παντού! «Δραπετεύουν -επιτέλους!- οι φυλακισμένοι της τιβί» σκέφτηκα. Κι αυτό μου έφτιαξε τη διάθεση, σαν να ήταν πράγματι Ανάσταση. Λες;
Τετάρτη 12 Μαρτίου 2008
Περιττώματα σκύλων στα πεζοδρόμια, σαν απομεινάρια πούρων
Μπαίνω ένα πρωί στο ισόγειο της πολυκατοικίας που βρίσκονται τα γραφεία του περιοδικού και βλέπω πεταμένα στο δάπεδο, κάτω από τα γραμματοκιβώτια, δύο φακέλους, σκισμένους στη μέση, μαζί με το περιεχόμενό τους, από την Εθνική τράπεζα και δίπλα μια τσαλακωμένη χαρτοπετσέτα. Την επόμενη μέρα το πρωί τα σκουπίδια αυτά βρίσκονται ακόμα εκεί. «Εντάξει» σκέφτομαι, «αφού στην πολυκατοικία στεγάζονται σε δύο ορόφους μόνο δύο δημόσιες υπηρεσίες, τα δικά μας τα γραφεία και τα γραφεία μιας άλλης εταιρίας και καμία οικογένεια, άρα κανένας νοικοκύρης, ποιος θα τα μαζέψει αυτά από χάμω;» Την επόμενη μέρα τα σκουπίδια αυτά βρίσκονται ακόμα χάμω αλλά κάποιος τα έχει κλωτσήσει και έχουν μετακινηθεί πιο κοντά στο ασανσέρ. «Εντάξει» σκέφτομαι, «θα τα μαζέψει όταν έρθει το συνεργείο καθαρισμού της πολυκατοικίας». Μετά από μια δίωρη διακοπή ρεύματος από τις απεργίες της ΔΕΗ το ένα από τα δύο ασανσέρ χαλάει, ο θάλαμος έχει κολλήσει στο ισόγειο. Ειδοποιούμε τον διαχειριστή και λέει πως θα στείλει ηλεκτρολόγο να αποκαταστήσει τη βλάβη αλλά η μέρα περνάει και δεν έρχεται κανείς. Εν τω μεταξύ, παρόλο που λειτουργεί μόνο το ένα ασανσέρ, ο Γιάννης από το μπουγατσατζίδικο απέναντι, που φέρνει καφέδες και τοστ στην πολυκατοικία, εξακολουθεί -ακόμα και σε ώρα αιχμής- να κάνει αυτό που έκανε και πριν: να μπλοκάρει την πόρτα του ασανσέρ στον όροφο που ανεβαίνει κάθε φορά και να το ακινητοποιεί ώστε να μην καθυστερεί ξανακαλώντας το και περιμένοντάς το για την κάθοδο («έχει και το μαγαζί»). Το βράδυ κατά τις οκτώ, φεύγοντας από τα γραφεία κατεβαίνω στο ισόγειο, με το μόνο ασανσέρ που λειτουργεί (κι αυτό με χαλασμένα τα φώτα εντός του θαλάμου εδώ και μία εβδομάδα, έτσι ώστε να τρομοκρατηθεί για τα καλά όποιος τύχει και παγιδευτεί εκεί μέσα σε περίπτωση «απροειδοποίητης» διακοπής του ρεύματος). Στο ισόγειο βλέπω χάμω πάλι τα συγκεκριμένα σκουπίδια, αλλά λασπωμένα τώρα καθώς έχουν ποδοπατηθεί μετά τη βροχή, το άλλο ασανσέρ στο ισόγειο χαλασμένο, και στις σκάλες να στέκονται δύο λιπόσαρκα πρεζόνια, ένας νεαρός και μία νεαρή, τύφλα από τη μαστούρα, και να τσακώνονται για κάτι. «Παιδιά, πρέπει να βγείτε έξω γιατί θα κλειδώσω την εξώπορτα της πολυκατοικίας» τους λέω. Ο νεαρός κάπως αντιδρά ενοχλημένος (σαν να μη με πιστεύει) αλλά η κοπέλα είναι πιο ευγενική και με ρωτάει γιατί θα κλειδώσω, «δεν μένουν κι άλλοι εδώ;» -«Όχι, είναι μόνο γραφεία και έφυγαν όλοι» της εξηγώ. Κι αυτή μουρμουρίζει συγκαταβατικά «Ε, αν είναι έτσι…» και πιάνει τον νεαρό αγκαζέ και αποχωρούν. Τρεις μέρες αργότερα τα σκουπίδια σέρνονταν ακόμα εκεί, ψιλοδιαλυμένα βέβαια (δίνοντας κάποια ελπίδα ότι ίσως εξαφανιστούν από μόνα τους), απλώς είχαν προστεθεί ένα αποτσίγαρο κι ένα εισιτήριο αστικού λεωφορείου.
Μερικά πρωινά φτάνοντας στη δουλειά βαδίζω στο πεζοδρόμιο με το βλέμμα χαμηλωμένο, προσέχοντας μην πατήσω σκατά σκύλων, που τελευταία όλο και πιο συχνά «ναρκοθετούν» τη διαδρομή των πεζών. Έτσι ένα πρωί μπήκα στην είσοδο της πολυκατοικίας μαζί με τη συνάδελφό μου την Έλενα, χωρίς να την προσέξω πιο πριν και να τη χαιρετήσω. Με πειράζει για την «αφηρημάδα» μου κι όταν της εξηγώ το λόγο, γελάει και μου λέει: «Και να είσαι σίγουρος, πως δεν είναι από αδέσποτα, συνοδεύονται όταν τα κάνουν και οι συνοδοί τους τα αφήνουν εκεί, για να τα μαζέψει… ποιος;». Καθώς μπαίνουμε μαζί στο ασανσέρ της λέω πικρόχολα: «Νομίζω πως οι Έλληνες χρειαζόμαστε πια να μας στέλνουν, κατά ομάδες, για μετεκπαίδευση τουλάχιστον δύο μήνες στη Γερμανία ή κάπου αλλού, όπου κάποιοι κανόνες συμπεριφοράς σε δημόσιους χώρους τηρούνται αυστηρά». Η Έλενα γελάει και μου λέει: «Άσε καλύτερα, γιατί δεν ξέρουμε πόσοι θα γύριζαν πίσω… Τους περισσότερους μάλλον θα τους έκλειναν στη φυλακή».
Τετάρτη 5 Μαρτίου 2008
Για το βαθύτερο (μη) νόημα του Καρνάβαλου, κάποτε και τώρα…
Έλα ντε! Αν σου αφαιρέσουν το ρόλο που παίζεις καθημερινά στην κανονική σου ζωή: το όνομα και το επώνυμο που γράφει η ταυτότητά σου, την εθνικότητα και το θρήσκευμά σου, το επάγγελμα σου, τους τίτλους σπουδών σου, το ΑΦΜ σου, τις κάρτες και τους κωδικούς σου, τα ρούχα που συνήθως φοράς, τα κλειδιά σου, το αυτοκίνητο σου, το ακίνητο σου, τα παιδιά, τα σκυλιά, τα γατιά σου, τις εκπομπές που βλέπεις στην τιβί, το κόμμα που ψηφίζεις, την ομάδα που υποστηρίζεις, τον θεό που (λες ότι) πιστεύεις… Αν στα αφαιρέσουν όλα αυτά, ποιος είσαι; Ποια είσαι;
Για πες: Είμαι πλούσιος, είμαι μεσαίου εισοδήματος, είμαι φτωχός… Είμαι νέος, είμαι μεσήλικας, είμαι γέρος, είμαι τόσο τοις εκατό νεκρός και τόσο τοις εκατό ζωντανός… Είμαι αδύνατος, είμαι χοντρός, είμαι στα κιλά μου, δεν είμαι (τελευταία) στα καλά μου… Είμαι καταναλωτής, είμαι πωλητής, είμαι δημόσιος υπάλληλος, είμαι ελεύθερος επαγγελματίας, είμαι φορολογούμενος, είμαι τηλεθεατής, είμαι ψηφοφόρος… Είμαι κάτοχος κινητής και ακίνητης περιουσίας, είμαι άκληρος, είμαι εισοδηματίας, είμαι σκληρά εργαζόμενος, είμαι στο ταμείο ανεργίας, είμαι λίγο πριν τη σύνταξη… Είμαι χριστιανός ορθόδοξος, είμαι μουσουλμάνος, είμαι άθεος, είμαι απόγονος ένδοξων προγόνων… Είμαι μέλος, συνδρομητής, εθελοντής… Είμαι γνωστός και επώνυμος, αδρά αμειβόμενος, είμαι ανώνυμος και απλώς μισθωτός, είμαι βολεμένος -μήνας-μπαίνει-μήνας-βγαίνει, είμαι κάτοχος ι. χ. αυτοκινήτου, είμαι κι ο πρώτος στον τομέα μου, είμαι ένας μισθοσυντήρητος, τίποτα σπουδαίο τελικά, είμαι η τελευταία τρύπα του ζουρνά… Είμαι ωστόσο το target group σου, είμαι πελάτης σου, είμαι μέρος του κοινού σου… Ε και; «Καληνύχτα μαλάκα, η ζωή έχει πλάκα!»
Ό,τι κι αν κάνεις, όσους τίτλους και επαγγελματική εμπειρία κι αν αποκτήσεις, όσα περιουσιακά στοιχεία και κοινωνική καταξίωση κι αν καβατζάρεις, μια μέρα θα πεθάνεις. Διασκεδάζοντας μέχρι θανάτου, δεν τη γλιτώνεις, απλώς τεντώνεις το σχοινί που σου αναλογεί. Να λοιπόν το βαθύτερο (μη) νόημα της καρναβαλίστικης ανατροπής των πραγμάτων. Ή, τουλάχιστον, αυτό θα έπρεπε να είναι. Ενώ συνηθίσαμε να θεωρούμε ως πολιτική συμμετοχή τη δυνατότητα που μας δίνεται να επιλέγουμε κάθε τέσσερα χρόνια (μετά τη λήξη προεκλογικών πανηγύρεων, όλο μόστρα, «σερπαντίνες» και «κομφετί») ανάμεσα στο Δημαγωγό (μας) και τον Συκοφάντη (του). Αν με εννοείς…
Εσύ φέτος τι θα ντυθείς;
Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2008
Το «Λεωφορείο ο πόθος» σε μια ξενέρωτη εποχή
Όταν εξέφρασα φωναχτά αυτή τη σκέψη μου μπροστά σε έναν φίλο, αυτός με ρώτησε: «Τι θέλεις να πεις;» Του ανέφερα τότε την ταινία του 1951 με τον Μάρλον Μπράντο και την Βίβιαν Λι (που την επέλεξε το Χόλιγουντ γιατί ήταν διάσημη από το ρόλο της Σκάρλετ στο «Όσα παίρνει ο άνεμος» αντί για την Τζέσικα Τάντι που έπαιζε την Μπλανς δύο συνεχόμενα χρόνια επί σκηνής απέναντι στον νεαρό Μπράντο). Η οποία Βίβιαν Λι, παρότι χωρίς ιδιαίτερο ταλέντο, του τόνισα, ήταν σαν να ερμήνευε το ρόλο της ζωής της, αφού και η ίδια αργότερα κατέρρευσε και κλείστηκε σε νευρολογική κλινική όπως η Μπλανς Ντυμπουά... άσε δε που λέγανε ότι όταν έπαιζε την Μπλανς στο θέατρο
-πριν την ταινία- στο Λονδίνο, σε σκηνοθεσία του συζύγου της Λόρενς Ολίβιε, τριγυρνούσε τις νύχτες σε κακόφημα μέρη και είχε διάφορους εραστές, ανάμεσά τους και δύο ταξιτζήδες. Και τι να πούμε για τον Μάρλον Μπράντο που ήταν ο πρώτος που έπαιξε τον Στάνλεϊ Κοβάλσκι το 1947 και του οποίου ο ζωώδης μαγνητισμός που εξέπεμπε στις εναλλαγές εκρήξεων οργής, χυδαίας έπαρσης και ερωτικής τρυφερότητας, ήταν απλώς τα «φυσικά του προσόντα» που ξεγύμνωνε για να εμπλουτίσει τον χαρακτήρα του Κοβάλσκι! Μιλάμε δηλαδή, κατέληξα, για μια εποχή, στο θέατρο ή στον κινηματογράφο, που δύσκολα μπορούσες να πεις ποιοι ήταν πιο «ηρωικοί», ποιοι ήταν πιο Μπλανς και πιο Κοβάλσκι: οι χαρακτήρες ενός έργου ή κάποιοι ηθοποιοί που τους ερμήνευαν;
Ο φίλος έξυσε την κούτρα του και με ρώτησε: «Καλά, πέρα από τους βασικούς χαρακτήρες ενός έργου, δεν παίζει ρόλο και το θέμα του; Ποιο είναι λοιπόν το θέμα αυτού του έργου;» Το σκέφτηκα λίγο και μετά του είπα: «Δεν ξέρω… Είναι ο Στάνλεϊ απέναντι στην Στέλλα, τα ετερώνυμα που έλκονται, ο έρωτας ή ο πόθος αν θες, που ενώνει δύο ανθρώπους που ίσως αλλιώς, ως χαρακτήρες να μην άντεχαν ο ένας τον άλλον πάνω από μερικά φεγγάρια … Είναι η Μπλανς απέναντι στην Στέλλα, η αδελφική αγάπη που ενώνει και κάνει την Στέλλα να ανέχεται την παρείσακτη παρουσία της Μπλανς στο σπίτι της ακόμα και όταν κλονίζεται η συζυγική της σχέση… Και είναι βέβαια ο Στάνλεϊ απέναντι στην Μπλανς, δύο άνθρωποι που ποτέ δεν θα μπορούσαν να συνυπάρξουν αν δεν το έφερνε έτσι η ανάγκη, με τα… γνωστά αποτελέσματα». -«Ε τότε, ίσως το θέμα του έργου να είναι ο πόθος, ο ρόλος που παίζει ο πόθος στις σχέσεις των ανθρώπων, όπως το λέει μεταφορικά και ο τίτλος» είπε ο φίλος. «Μπορεί…» μουρμούρισα και μετά του είπα πιο φωναχτά: «Πάντως, για να ξέρεις, ο αρχικός τίτλος ήταν “Βραδιά πόκερ” και η δηλωμένη πρόθεση του Τενεσί Ουίλιαμς ήταν η Μπλανς Ντυμπουά να εκπροσωπεί με τον ξεπεσμό της την παρακμή της αριστοκρατίας του αμερικανικού Νότου… Αλλά όταν είδε να παίζεται το έργο και τον Μάρλον Μπράντο να κλέβει την παράσταση από την Τζέσικα Τάντι, μετατοπίζοντας το δραματουργικό βάρος προς την πλευρά του Κοβάλσκι αλλά και αποδραματοποιώντας υπονομευτικά, μερικές φορές και ακόμα γελοιοποιώντας την κατάσταση της Μπλανς, τότε έχασε και ο ίδιος το αρχικό του θέμα μπροστά απ’ τα μάτια του». -«Σωστό!» αναφώνησε ο φίλος μου με ενθουσιασμό, «Γιατί το έργο δεν ανήκε πια σε αυτόν αλλά σε αυτούς που το ενσάρκωναν με πάθος -και στο κοινό τους». Σηκώθηκε όρθιος και υποκλίθηκε θεατρινίστικα, σαν ευγενής. «Μπορώ να αποχωρήσω τώρα ή με χρειάζεσαι κι άλλο σαν αντηχείο για να λες τα δικά σου;» με ρώτησε περιπαιχτικά. Του έκανα ένα νεύμα (αυτοκρατορικό) ότι είναι ελεύθερος για απόψε από μένα.
Μετά πήγα και είδα την παράσταση. Και ήταν πολύ καλή παράσταση, μονταρισμένη κινηματογραφικά, πολυ-επίπεδη σκηνικά (σαν να βλέπαμε σκηνές παράλληλης δράσης), ατμοσφαιρική στις ερωτικές της σκηνές και το κυριότερο, κατάφερνε να μετακινεί τη συμπάθεια του θεατή από το ένα πρόσωπο στο άλλο… Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ζούμε σε ξενέρωτη εποχή. Απλώς η Τέχνη, κάποιες φορές, καταφέρνει και της ξεφεύγει. Αν και όχι (για) πολύ… νομίζω.
Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2008
Στον καταυλισμό των τσιγγάνων
Σε λίγο εμφανίστηκαν όσοι ήθελαν να εξεταστούν, κυρίως μάνες με τα μικρά παιδιά τους τα οποία θα εμβολιάζονταν και κάποιοι έφηβοι. Μου έκανε εντύπωση ότι οι περισσότερες -νεαρές- μάνες δεν ήξεραν πόσο χρονών ήταν τα παιδιά τους, μερικές ούτε πόσο χρονών ήταν οι ίδιες. Μία που δήλωσε ότι είναι είκοσι χρονών, τη ρώτησα: «Πόσο χρονών είναι η μεγάλη σου η κόρη;» -«Δέκα» μου απάντησε. Κι όταν απόρησα (αμφιβάλλοντας): «Καλά, κι εσύ ήσουν δέκα χρονών όταν τη γέννησες;» ανασήκωσε τους ώμους χαμογελώντας με συστολή (σαν να νόμισε πως εννοούσα πως «το είχε κάνει» πολύ νωρίς). Μία άλλη, με δύο χρυσά δόντια και νικελένια δαχτυλίδια σε όλα σχεδόν τα δάχτυλα των χεριών, μου είπε πως είναι είκοσι δύο χρονών και έχει τέσσερα παιδιά. «Μπράβο!» της είπα, «κάθε δύο χρόνια και από ένα παιδί». Κι αυτή χαμογέλασε με υπερηφάνεια και μου είπε (κάνοντας με το μεσαίο δάχτυλο τεντωμένο τη γνωστή χειρονομία): «Και του χρόνου πάλι φίκι-φίκι κι άλλο παιδί…».
Μια άλλη τσιγγάνα, γύρω στα τριάντα και κάπως βαρύθυμη, στεκόταν δίπλα στη γιατρό που την εξέτασε καθώς εκείνη έψαχνε στις κούτες με τα φάρμακα που είχαν φέρει οι ΓτΚ. Έσκυψε η τσιγγάνα κι έπιασε ένα κουτί, «Να, αυτό θέλω, το ξέρω» είπε στη γιατρό. «Μα εσύ είσαι μπουκωμένη είπαμε, αυτό είναι για τον πόνο στη μέση» αντέδρασε η γιατρός. «Δεν πειράζει, δώστο, με πονάει και η μέση…» είπε η τσιγγάνα κι έκανε ένα μορφασμό πόνου πιάνοντας τη μέση της.
Μια γριά τσιγγάνα, με πολύ όμορφες βαθιές ρυτίδες σε όλο το πρόσωπο, φαινόταν να υποφέρει αληθινά από τη μέση της και η γιατρός της έδωσε ένα κουτί υπόθετα παυσίπονα κι ένα κουτί με δισκία για κατάποση.
Δύο κοριτσάκια περίπου έξι χρονών, με ξασμένα μαλλιά και το ένα με βαμμένα κοκκινόξανθα, που τις λέγαν και τις δύο Μαρίες, ήθελαν να φωτογραφηθούν από τη Σοφία. Πήγαν σε ένα δωμάτιο παραμέσα και η μία Μαρία, με τα βαμμένα μαλλιά, κάθισε σε μια καρέκλα και άλλαζε πόζες σαν μοντέλο. Εγώ, που τραβούσα με την βιντεοκάμερα, είπα στην άλλη: «Πες ένα τραγούδι να σε γράψω». Άρχισαν να τραγουδάν και οι δύο μαζί το «Γειά σου Μαρία» και να λικνίζονται, όταν από πίσω μου εμφανίστηκε ένας ψηλός ξανθός άντρας, που τον έβλεπα να τριγυρνάει στην παράγκα έχοντας οικειότητα με όλα τα τσιγγανόπουλα, και τους είπε με σπασμένα ελληνικά: «Πέστε το τραγούδι που μάθαμε» και οι δύο Μαρίες άρχισαν να τραγουδάνε κάτι για τον Ιησού Χριστό. (Έμαθα πως ο άντρας αυτός είναι ελληνοαμερικανός ευαγγελιστής και μάθαινε στα παιδιά του καταυλισμού ελληνικά -μέσα από χριστιανικές διδαχές.)
Βγήκα έξω και τριγυρνώντας στον καταυλισμό βρήκα τη γριά τσιγγάνα καθισμένη χάμω στη «βεράντα» μιας παράγκας να μελετάει τα κουτιά της με τα φάρμακα. Καθώς πλησίασα με ρώτησε: «Θα γίνω καλά;» -«Αν τα παίρνεις, δεν θα πονάς» της απάντησα. Μου έδειξε το κουτί με τα υπόθετα που το είχε ανοίξει και μου δήλωσε: «Αυτό το ήπια». -«Αχ, όχι» αναφώνησα, «Αυ-τό δεν πίνεται γιαγιά, πρέπει να το βάζεις από πίσω». -«Εγώ το ήπια» είπε η γριά. Και μετά με ρώτησε: «Θα πεθάνω;» (όχι με φόβο αλλά με περιέργεια). «Όχι, δεν θα πεθάνεις» την καθησύχασα, «αλλά μην ξαναπιείς από αυτά, τα άλλα να πίνεις –για να γίνεις καλά».
Κι έτσι, με αυτήν τη μικρή παρέμβαση, αισθάνθηκα ότι συνεισέφερα κάτι κι εγώ σε αυτήν την επίσκεψη. Τόσο απλό…
by σωτήρης ζήκος
Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2008
Σουίτα για απρόβλεπτα παιδιά και δημιουργικούς υπερήλικες
Την πρώτη Κυριακή του Φεβρουαρίου συνόδεψα την οχτάχρονη κόρη μου Σαββίνα στην πρώτη της συμμετοχή (τη φετινή σαιζόν) στα εκπαιδευτικά εργαστήρια εικαστικών για παιδιά, του Τελλόγλειου Ιδρύματος Τεχνών. Το πρώτο εξάμηνο, όπως και όλη την προηγούμενη χρονιά, η Σαββίνα συμμετείχε στο αντίστοιχο πρόγραμμα του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης. Ώσπου, λίγο πριν τις γιορτές των Χριστουγέννων, μας δήλωσε πως θέλει να επιστρέψει στο Τελλόγλειο όπου συμμετείχε στα εργαστήριά του πριν δύο χρόνια, όταν ήταν στην πρώτη δημοτικού. Θυμάμαι ότι τότε της είπα: «Να σου πω τη γνώμη μου; Νομίζω πως είναι καλύτερα να συνεχίσεις φέτος στο Μακεδονικό Μουσείο, ώσπου να τελειώσει η χρονιά και του χρόνου μπορείς να πας στο Τελλόγλειο από την αρχή… Γιατί τώρα τα παιδιά στην ομάδα που θα πας θα έχουν γνωριστεί μεταξύ τους και με τις κυρίες τους, όπως έχεις γνωριστεί κι εσύ στο Μακεδονικό Μουσείο, άσε που μπορεί να συνεχίσουν αυτά που θα κάνουν στο δεύτερο εξάμηνο με βάση αυτά που έκαναν πριν, οπότε…». Και η Σαββίνα μου απάντησε ορθά-κοφτά: «Αυτή είναι η δική σου γνώμη, αλλά δεν είναι η δική μου. Εγώ θέλω να πάω μετά τις διακοπές (των γιορτών) στο Τελλόγλειο». Συμφώνησα κι έπειτα μουρμούρισα: «Μη μου πεις όμως μετά ότι δεν σε προειδοποίησα τι μπορεί να συμβεί…».
Έτσι λοιπόν βρέθηκα στο Τελλόγλειο, όπου και είχα την ευκαιρία να ξαναδώ την έκθεση χαρακτικών του Πικάσο «Suite 347» για δεύτερη φορά και πιο ενημερωμένος πια μετά την ωραία ξενάγηση για τους δημοσιογράφους που μας είχε κάνει ένα μεσημέρι η καθηγήτρια και επιμελήτρια της έκθεσης κυρία Αλεξάνδρα Βουτυρά. Περιπλανήθηκα χαλαρά στα εκθέματα του ισογείου, επιλέγοντας τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτικά για να σταθώ (τα περισσότερα με γυμνές γυναίκες που επιδεικνύουν προκλητικά το «ορθάνοιχτο» φύλο τους) και διαβάζοντας τις «μεταμοντέρνες» (με χιουμοριστική διάθεση) λεζάντες από κάτω. Μετά ανέβηκα στον επάνω όροφο, πέρασα από το Πωλητήριο και πήρα μια αυστριακή, χειροποίητη σοκολάτα με γέμιση κρέμα λεμονιού (αποκλειστικής εισαγωγής στο Τελλόγλειο) και πήγα δίπλα στο καφέ, όπου ήμουν τυχερός και βρήκα άδειο τραπέζι στο τσαφ. Παρήγγειλα ένα διπλό εσπρέσο και τον ήπια διαβάζοντας στο επιστημονικό ένθετο της εφημερίδας το «Βήμα» ένα άρθρο σχετικά με το «Σύνδρομο του Τιθωνός» (του εραστή της Ηώς που ο Δίας του χάρισε αιώνια ζωή αλλά όχι και αιώνια νεότητα) δηλαδή τη συνεχή αύξηση του ορίου ζωής των ανθρώπων στην εποχή μας, που καθώς συνοδεύεται αναπόφευκτα από τη φθορά του οργανισμού λόγω γήρανσης, με τις επακόλουθες ασθένειες, μοιάζει περισσότερο με κατάρα παρά με ευλογία. Τότε σκέφτηκα συνειρμικά, ότι όλα αυτά τα χαρακτικά που εκτίθενται στο Τελλόγλειο ο Πικάσο τα έφτιαξε το 1968, δουλεύοντας μάλιστα με έναν απίστευτο ρυθμό παραγωγικότητας, σε ηλικία… 87 ετών! (Ναι, αυτός που 7 χρόνια πριν, στα 80 του, είχε παντρευτεί την 35χρονη Ζακλίν, αφού της είχε δηλώσει: «Ξέρεις, είμαι έτοιμος να κάνω μια καινούρια αρχή»). Άρα, με άλλα μέτρα και σταθμά μετράμε την ηλικία των κοινών θνητών και με άλλα κάποιων εξαιρετικά δημιουργικών ανθρώπων, που ήρθαν στον κόσμο αυτόν σαν θνητοί κι έφυγαν σαν αθάνατοι (κι όλα όσα είχανε δημιουργήσει κι είχαν αποκτήσει, άλλοι άνθρωποι δεν θα τα είχαν ακόμα κι αν ήταν να ζήσουν μέχρι 500 χρονών).
Όταν κατέβηκα στο ισόγειο να πάρω την κόρη μου από τα εργαστήρια, άκουσα τη φωνή της πριν ακόμα μπω στην αίθουσα και μετά την είδα να παίζει φωνασκώντας μαζί με τρία τέσσερα κορίτσια και ύστερα μου έδειξε τρεις ζωγραφιές αναρτημένες στον τοίχο, με προσωπογραφίες που είχε κάνει. «Ορίστε λοιπόν, κανένα πρόβλημα προσαρμογής» σκέφτηκα απευθυνόμενος στον εαυτό μου. Λίγο αργότερα, καθώς την πήγα να ρίξει μια ματιά στα χαρακτικά του Πικάσο (τα οποία σχολίασε χαμηλόφωνα «όλο γυμνές είναι»), έσκυψα και της είπα: «Τελικά, πρέπει να το παραδεχτώ, ότι είχες δίκιο που επέμενες ότι δεν θα είχες κανένα πρόβλημα αν ερχόσουν στο Τελλόγλειο ακόμα και στη μέση της χρονιάς. Μια χαρά τα πήγες». Με κοίταξε σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί τι ακριβώς είχε ειπωθεί περί αυτού κάποτε και μετά είπε, σαν να μονολογούσε: «Ήταν κάτι αγόρια, πιο μεγάλα, στο Μακεδονικό Μουσείο, που έκαναν συνέχεια τους έξυπνους… Δεν τους άντεχα άλλο». Έμεινα άναυδος, ομολογώ.
Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2008
Σχετικά με τον Πάμπλο Πικάσο
Ήθελε τη σόμπα στο ατελιέ του πάντα αναμμένη. Τα καλοκαίρια προτιμούσε τις πιο ζεστές και ηλιόλουστες περιοχές. Γι’ αυτό, από μια ηλικία και μετά, το πρόσωπ’ο του είχε εκείνο το μπρούτζινο χρώμα που έκανε κοντράστ με τα λιγοστά κατάλευκα μαλλιά του. Αγαπούσε το φως, γι’ αυτό και γερνούσε ωραία.
Δεν έμαθε ποτέ του να διαβάζει και να γράφει σωστά, ήταν δυσλεκτικός. Αλλά μπορούσε να ζωγραφίζει τα πάντα, σαν να ήταν μοναδικά. Κι εκείνα τα καρφιά, που κάρφωνε κάποτε στους τοίχους του Μπατώ - Λαβουάρ, παρέμειναν μετά από σαράντα χρόνια ακόμη εκεί, καρφωμένα.
Επέμενε ότι ένας πίνακας που απεικόνιζε ένα μάτσο πράσα, έπρεπε να μυρίζει πράσα! Αλλά τα πράσα, τα ωμά πράσα, δεν μυρίζουν τίποτα, μόνο τα σοταρισμένα, τα μαγειρεμένα πράσα, μυρίζουν σαν πράσα. Όχι πως τον ένοιαζε αυτό…
Έκλεβε εικόνες από παντού, και ιδέες για εικόνες, ακόμη και από το δρόμο, όταν έβγαζε για βόλτα το σκύλο του. Έλεγε ότι ήταν συλλέκτης εικόνων, εικόνων που θαύμαζε πρώτα και μετά τις ζωγράφιζε, και ύστερα… ξαναζωγράφιζε αυτό που είχε πριν ζωγραφίσει, πάλι και πάλι, ώσπου να πάψει να μοιάζει με το πρώτο μοντέλο, και να γίνει μια άλλη εικόνα, δική του.
Άλλοτε έκλεβε εικόνες Τέχνης, άλλοτε έκλεβε εικόνες Ζωής, που δεν είχε ζωγραφίσει κανείς άλλος. Τις έκανε πίνακες -δικούς του, όχι όμως με προσθήκες αλλά με επάλληλες καταστροφές στις μορφές που απεικόνιζαν και στις προοπτικές και στα φόντα τους… ώσπου να μη μπορεί να τις αναγνωρίσει κανείς, σαν πηγή έμπνευσης, ούτε καν σαν αρχική εικόνα. Ήταν κλέφτης εικόνων -το ομολογούσε. Ένας τέλειος πλαστογράφος, αλλά από την ανάποδη: δεν αντέγραφε πιστά, αλλά παραποιούσε ξανά και ξανά την αρχική αντιγραφή του.
Κάθε μέρα εργαζόταν με πρόγραμμα αυστηρό, όπως ένας τσαγκάρης. Κι έβγαζε έργο, όχι αστεία, ήταν παραγωγικός. Έφτιαχνε συνεχώς νέα σχέδια, επιστρώσεις σε έργα παλιά, τελειώματα, καταστροφές. Και, κάποτε, μιμήσεις: του Γκρέκο, του Πουσέν, του Βελάσκεθ, του Ντελακρουά.
Ώσπου κατάλαβε ότι αυτά δεν είναι πια τέχνη, είναι ιστορία, ιστορία της τέχνης, ιστορία των μορφών… υψηλού επιπέδου διακόσμηση για τα μαυσωλεία της τέχνης, για τα μουσεία δηλαδή. Ενώ έξω απ’ αυτά, κυριαρχούσε πια η σκέτη διακόσμηση: η φωτογραφία, ο κινηματογράφος, η διαφήμιση… που αμείβονταν κι αυτές αδρά.
Μετά από πολλά χρόνια δουλειάς, απέκτησε όσα του άξιζαν και όσα απεύχονταν κάποτε: Φήμη, αμύθητη περιουσία και μια σίγουρη θέση στο Πάνθεον της Ιστορίας της Μοντέρνας Τέχνης. Με δικό του πύργο στην εξοχή, με σοφέρ, με γραμματέα, με γκουβερνάντα για τα παιδιά του, με κόλακες και φανατικούς συλλέκτες των έργων του, με υποτακτικές ερωμένες και συζύγους. Με μποέμικη ζωή και τον Τύπο να τρέχει στο κατόπι του κάθε στιγμή.
Έχανε όμως τα νιάτα του, τα χρόνια περνούσαν, κι αυτά δεν μπορούσε να του τα δώσει πίσω κανείς. Άρχισε να νοσταλγεί την εποχή που ήταν ανασφαλής, άσημος και φτωχός, εκείνα τα δύσκολα και όμορφα χρόνια που δεν ήταν τίποτα ακόμα και θα μπορούσε να παραμείνει για πάντα ένα τίποτα ή να γίνει τα πάντα. Τότε που έλεγε -και το πίστευε: Τα θέλω όλα ή τίποτα. Και απειλούσε τον εαυτό του: αν δεν τα αποκτήσω, θα αυτοκτονήσω… και το εννοούσε -τότε.
Τώρα αναρωτιόταν: πού χάθηκε εκείνη η ζωή; Ποια είναι τώρα η αληθινή εικόνα της νέας ζωής; Ένα ποτήρι κρασί, με ίχνη απ’ τα χείλη που λίγο πριν έχουν πιει; Αυτό που βρίσκεται εδώ σαν ση-μάδι, αλλά ήδη έχει φύγει; Μήπως όμως η ζωή, η αληθινή ζωή, στην απλούστερή της μορφή, παραμένει μια ουσία για πάντα ασχημάτιστη που διαρκώς επιθυμεί… και μόλις πραγματοποιήσει αυτό που θέλει κι αποκτήσει έτσι ένα σχήμα οριστικό, αδειάζει από την ουσία της - και πεθαίνει;
Όσο περνούσε ο καιρός κι έβλεπε στον καθρέφτη του, αυτό το κοντοπίθαρο και φαλακρό ανθρωπάκι να γερνάει και να λατρεύεται σαν θεός, τόσο μισούσε το ιδεώδες της ομορφιάς που λάτρεψε η κλασική αρχαιότητα σαν το ιδεώδες της αιώνιας νεότητας.
Έτσι κήρυξε τον πόλεμο στους καθρέφτες…
Υπάρχουμε, για όσο υπάρχουμε, μόνο για λίγο -για κάποιες στιγμές, σαν τέλειες μορφές… και μόνο μέσα από κάποιες φευγαλέες εικόνες. Μόνο που σ’ αυτές τις φευγαλέες εικόνες, δεν μετράνε οι υπογραφές.
by σωτήρης ζήκος
Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2008
Με κρασί, τσίπουρο ή ουίσκι, χωρέσαμε παντού...
Μετά, όταν κάθισα ανάμεσα στους παλιούς του φίλους, ο Σάκης αναρωτήθηκε πώς χωρούσαν κάποτε στη γιορτή του μέχρι 35 προσκεκλημένοι στο πατρικό του σπίτι (που είναι δεν είναι 60 τετραγωνικά) και ο πιο παλιός του φίλος απάντησε: «Στο όρθιο και απλωμένοι παντού, σε όλα τα δωμάτια…». Και συμπλήρωσε: «Τώρα, όσο αποκτούμε σπίτια με περισσότερα τετραγωνικά, τόσο λιγοστεύουν οι παρέες». Δεν προλάβαμε να πούμε περισσότερα για το ζήτημα γιατί πίσω μου ακριβώς (στο ένα μέτρο) άρχισε να παίζει η ορχήστρα του μαγαζιού παλιά λαϊκά τραγούδια. Φάγαμε καλά και ήπιαμε άφθονο κόκκινο κρασί χύμα.
Σάββατο μεσημέρι, την επομένη, γύρω στις 2.30, συναντήθηκα με τον Κώστα, που είχαμε να ιδωθούμε καιρό, στον «Βακαλάο» στη Γρηγορίου Παλαμά, για να τα πούμε. Αλλά ο Κώστας κατέφτασε με την κιθάρα του στη θήκη και στο βάθος του μαγαζιού υπήρχε στημένη μια κονσόλα ήχου για μικρόφωνο και όργανο. «Τι γίνεται εδώ;» τον ρώτησα. «Μπορεί να τραγουδήσουμε» μου απάντησε αόριστα και καθίσαμε στα σκαμπό μας δίπλα στον εντοιχισμένο πάγκο για σερβίρισμα και αρχίσαμε να ψιλοπίνουμε, να ψιλοτσιμπάμε και να τα ψιλολέμε (μεταξύ σαρδέλας και τσίπουρου). Ώσπου να πάει 3.30 το μαγαζάκι (που είναι δεν είναι 20 τετραγωνικά) γέμισε από πελάτες, άντρες και γυναίκες, μέχρι και 20 άτομα, που έπιναν κι έτρωγαν και φωνασκούσαν κατά παρέες. Εκεί κάπου ο Κώστας έστησε ένα μικρόφωνο (παλιό μοντέλο, σαν κι αυτό που τραγουδούσε ο Έλβις Πρίσλεϊ), πήρε την κιθάρα του κι άρχισε το τραγούδι, τον σιγόνταρα από δίπλα κι εγώ και εντός ολίγου και όλοι οι παρευρισκόμενοι, πελάτες και εργαζόμενοι. Γύρω στις 4 πήρα από το κινητό τον φίλο μου τον Μήτσο, που μόλις άκουσε τον χαμό που γινόταν ρώτησε πού είμαι και -χωρίς δεύτερη κουβέντα- σε μισή ώρα ήταν εκεί (πίνοντας και άδοντας αμέσως μαζί μας, και αργότερα κερνώντας την ομήγυρη ποτά). Τραγουδήσαμε ό,τι θες, Ζαμπέτα, Καζαντζίδη, ρεμπέτικα, Ξαρχάκο, Θαλασσινό, Κραουνάκη, Κουγιουμτζή, Σαββόπουλο, Άσιμο, Χατζή, Κατσιμιχαίους και πολλά άλλα παλιά λαϊκά, από τις 3.30 περίπου μέχρι τις 10 το βράδυ (ενώ απ’ έξω περνούσε κόσμος και κοιτούσε απορημένος από τη βιτρίνα το γλέντι που είχε στηθεί). Φάγαμε λίγα και καλά, ήπιαμε -εγώ και ο Μήτσος- αρκετά, τσίπουρο με γλυκάνισο. Και φεύγοντας ξελαρυγγισμένοι, είπαμε: «Καλά, αυτά τα έκτακτα είναι τα καλύτερα!» και μετά:«Είδες που παντού χωράνε 1000 καλοί!»
Την Κυριακή το βράδυ, την επομένη, πήγαμε με τον Μήτσο να δούμε την ταινία «Ιρίνα Παλμ» με την Μάριαν Φέιθφουλ στο Ολύμπιον. Μετά είπαμε να πιούμε κανένα ουίσκι και να τα πούμε κι έτσι βρεθήκαμε στο καφέ-μπαρ «Eden». Εκεί χαιρετηθήκαμε με τον Χρήστο που έχει το μαγαζί και του είπα πως έχουμε έρθει κι άλλες φορές, ιδίως τις μέρες του φεστιβάλ κινηματογράφου, αλλά ήταν πάντα γεμάτο, δεν βλέπαμε να έχει θέση και πηγαίναμε αλλού. «Ε, αν μπαίνατε και μου το ’λεγες, κάτι θα βρίσκαμε» μου είπε ο Χρήστος. Μετά μείναμε μόνοι με τον Μήτσο στην μπάρα του μπαρ και, καθώς πίναμε τα ποτά μας, είπαμε και για την ταινία που είδαμε: «Καλή η σεναριακή ιδέα, καλή και η επιλογή της Φέιθφουλ στο ρόλο της γιαγιάς και χήρας-μαλακίστριας αντρών σε sex-club του Λονδίνου, αλλά από ένα σημείο και μετά οι σεναριογράφοι και ο σκηνοθέτης δεν ήξεραν πού να το πάνε…». Μετά η κουβέντα πήγε στον Θέμο και στον Μάκη και τη «συνεύρεσή» τους στην μπανιέρα -ξέρεις… Αλήθεια, πόσοι αμαρτωλοί χωράν στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ;
Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2008
Η φωτογραφική σύλληψη της «αποφασιστικής στιγμής»…
Πήγα από το Μουσείο Φωτογραφίας για να δω την έκθεση «Στιγμιότυπα», μια επιλογή από ασπρόμαυρες φωτογραφίες που τράβηξε ο Δημήτρης Σούλας ως ελεύθερος φωτορεπόρτερ την περίοδο 1967 - 1974 στο Μόναχο. Με εντυπωσίασαν περισσότερο τα στιγμιότυπά του από την ενότητα «Στο δρόμο», που συλλαμβάνουν απρόοπτες στιγμές της καθημερινότητας σε δημόσιους χώρους (χωρίς καμιά σχέση με κάποια επικαιρότητα της εποχής, άρα χωρίς καμιά πρόσκαιρη δημοσιογραφική αξία καταγραφής). Έμεινα λίγο παραπάνω, με απορία και θαυμασμό, σε μια φωτογραφία αυτής της σειράς, που δείχνει στην αποβάθρα ενός υπόγειου σταθμού μια νέα ξανθιά γυναίκα -με ξεκούμπωτο σουέτ παλτό και σουέτ μπότες, μπλούζα ζιβάγκο και στενό παντελόνι, που κρατά στο ένα χέρι μια σακούλα με ψώνια και στο άλλο κάτι που δεν διακρίνεται καλά- να έχει μαρμαρώσει κοιτώντας κατάπληκτη, με τα μάτια «μαγεμένα», έναν μεγαλόσωμο άντρα απέναντί της (αμόρσα στο κάδρο) που της κλείνει το δρόμο, κρατώντας ανοιχτή προς το μέρος της την σκούρα καμπαρντίνα του… Όπου η ένταση -με «κομμένη την ανάσα»- του βλέμματος αυτής της γυναίκας, αλλά και ο τρόπος που «κινείται» αυτό το βλέμμα (αν προσηλωθεί κανείς στα μάτια της θα δει, όπως σε μια «μαγική εικόνα», το βλέμμα της σαν να κινείται ανεπαίσθητα) από το ύψος του καβάλου ως περίπου το ύψος του προσώπου αυτού του άντρα, αποτελούν μια σπάνια στιγμή πραγμάτωσης αυτού που λένε «μια εικόνα ίσον χίλιες λέξεις» (σε σχέση, εννοείται, με το συγκεκριμένο θέμα). Σκέφτηκα τότε «Ε βέβαια, πόσες φορές μπορεί να τύχει σε κάποιον να καταγράψει μια τέτοια στιγμή;» και μετά πρόσεξα το φωτεινό ρολόι του σταθμού να δείχνει, ψηλά, 3 παρά 3 λεπτά… Κι αναρωτήθηκα: «Πότε όμως; 3 η ώρα το μεσημέρι ή 3 μετά τα μεσάνυχτα;» Διότι αυτή η διαφορά προφανώς θα προσέδιδε πολύ διαφορετικό πλαίσιο αναφοράς στη φαντασία που αναζητεί να αναπαραστήσει στο πώς εξελίχθηκε αυτό το χρονικό το οποίο έχει απαθανατιστεί ως στιγμιότυπο σ’ αυτήν τη φωτογραφία.
Επειδή πρόσεξα ότι ο ίδιος ο Δημήτρης Σούλας ήταν κάπου εκεί, στο χώρο της έκθεσης, τον πλησίασα και τον ρώτησα: «Συγνώμη, αυτή η φωτογραφία με τον επιδειξία, είναι στ’ αλήθεια αυθεντική; Πώς έγινε;» -«Ναι, βεβαίως, είναι αυθεντική» μου απάντησε. Και μετά πρόσθεσε χαμογελώντας: «Και να φανταστείτε, όταν άρχισα να τραβάω, δεν κατάλαβα ότι ήταν επιδειξίας… Κατέβαινα από τις σκάλες του σταθμού, όταν άκουσα κάτι φωνές, και νόμισα πως αυτός ο άντρας και η γυναίκα ήταν μεταξύ τους ζευγάρι, που καυγάδιζε… Έβγαλα αμέσως τη μηχανή για να τραβήξω ένα απρόοπτο περιστατικό που έτυχε να συμβαίνει μπροστά μου και μετά κατάλαβα τι γινόταν… Μερικοί μάλιστα που βρίσκονταν εκεί γύρω με παρεξήγησαν, θεώρησαν πως συμμετείχα κι εγώ στην πράξη της διαστροφής -δεν ξέρω πώς- και πήγαν να μου σπάσουν τη μηχανή, ήρθαν μετά και οι αστυνομικοί που μου ζήτησαν να τους δώσω το φιλμ, αλλά τους έδωσα ένα άλλο, που είχα τραβήξει λίγο πιο πριν… κι έτσι το έσωσα αυτό». Πήρε μια ανάσα και κατέληξε (με κάποια υπερηφάνεια): «Βεβαίως και είναι αυθεντική, καμιά από τις φωτογραφίες μου δεν είναι στημένη». -«Ε, είναι καταπληκτικό αυτό το στιγμιότυπο» του είπα ενθουσιασμένος. Και πρόσθεσα: «Όπως και όλα αυτά με τις απίθανες φάτσες εκείνης της εποχής στους δρόμους …». Είπαμε μερικές κουβέντες ακόμα και αποχαιρετιστήκαμε ευγενικά.
Και ήταν σαν όλα να συνέβησαν στην «αποφασιστική στιγμή»… Δηλαδή;
by σωτήρης ζήκος
Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2008
Τρώγοντας και πίνοντας (και) ενδιάμεσα των εορτών
Επήγαμε μαζί με τον Αρσένη και τον Πίπη να δούμε την παράσταση «Bla-sted» της Σάρα Κέιν από την Ακτίς Αελίου μια Τετάρτη που έκανε ψοφόκρυο. Χειροκροτήσαμε στο τέλος κάπως αμήχανοι και τρέξαμε μετά, λόγω ψύχους, για κανένα ποτό στη Ζώγια στη Σβώλου. Εκεί, αφού παραγγείλαμε τα ουίσκι μας, αναρωτήθηκα φωναχτά: «Αν αυτό το ίδιο έργο είχε ελληνικά δεδομένα και το υπέγραφε ένας άγνωστος συγγραφέας, θα το ανέβαζε ποτέ κάποιο θεατρικό σχήμα στην Ελλάδα, και μάλιστα στη Σαλονίκη -κι αν ναι, ποια απήχηση θα είχε άραγε;».
Αργότερα παίρνω ταξί για το σπίτι και όταν φτάνω στον προορισμό μου δίνω στον ταξιτζή ένα 5ευρω και μου δίνει κάτι κέρματα στη χούφτα, κατεβαίνω και αφηρημένα κοιτάω τα κέρματα πριν τα βάλω στην τσέπη: είναι δύο 20λεπτα, άρα 40 λεπτά. Ενώ, θυμάμαι ότι το ταξίμετρο έγραφε 3 ευρώ και 55 λεπτά… Άρα, σκέφτομαι, μου έφαγε 1 ευρώ. Α, τον μπαγλαμά! Την άλλη μέρα μου ήρ-θε φλασιά: ότι μπήκαμε στην περίοδο των εορτών κι αυτό το επιπλέον 1 ευρω που μου κράτησε ο ταξιτζής ήταν το δώρο. Ε, τότε εντάξει.
Ένα μεσημέρι λίγο πριν τα Χριστούγεννα κατεβήκαμε στο κέντρο με την γυναίκα μου και τα δύο παιδιά μου κι αφού περάσαμε από το Marks & Spencer στην Τσιμισκή για να ψωνίσουμε κάποια δωράκια, επήγαμε να φάμε στο «Νεγκροπόντε». Παραγγείλαμε ένα κότσι με λαχανικά για δύο άτομα, ένα συκώτι μόσχου και κεφτεδάκια τηγανητά, μια σαλάτα και έξτρα ντολμαδάκια γιαλαντζί. Φεύγοντας από εκεί πήραμε από τον Αγαπητό σε ένα κουτί σοκολατάκια τρούφες και τα φάγαμε «οικογενειακώς» μέσα στο αστικό λεωφορείο της επιστροφής. Φτάσαμε σπίτι πλήρεις γαστριμαργικώς.
Επήγαμε με τον φίλο μου τον Μήτσο να δούμε την ταινία «Οι νύχτες μου μακριά σου» του Γουόνγκ Καρ Γουάι σε ένα πολυσινεμά και όταν τελείωσε η προβολή διάφορες παρέες νεαρών άρχισαν να χασκογελούν επιδεικτικά κι ένας από αυτούς, στην μπροστινή σειρά από μας, είπε «Τι παπαριά ήταν αυτή! Τόσο αργό δεν έχω ξαναδεί…» και μια κοπέλα τον ρώτησε «Τα σλόου μόσιον εννοείς;» και γέλασαν όλοι μαζί. Κατάλαβα τι είχε γίνει: είχαν δει τα ονόματα του Τζουντ Λο (ουάου, τι κούκλος!) και της Νάταλι Πόρτμαν, είδαν δηλαδή «φως και μπήκαν» που λένε, αλλά σε «λάθος ταινία». Οπότε δεν τη χωνέψανε με τίποτα.
Επήγαμε να δούμε εγώ και η Αναστασία συνοδεύοντας την οχτάχρονη κόρη μας Σαββίνα, Πέμπτη πρωί μετά τα Χριστούγεννα, την παράσταση «Η πεντάμορφη και το τέρας» στο Βασιλικό Θέατρο. Ήμασταν λιγοστοί θεατές και η νεαρή ηθοποιός που έπαιζε την πεντάμορφη ήταν πολύ καλή. Μετά επήγαμε για φαγητό στην «Η ωραία Ελλάς» στην Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και παραγγείλαμε κοχλιούς, συκώτι μόσχου και κεφτεδάκια τηγανητά, μια ανάμικτη σα-λάτα και τζατζίκι, και ήταν όλα πολύ νόστιμα. Γαλακτομπούρεκο όμως δεν πήραμε μετά από παραδίπλα.
Επήγαμε με τον Σπύρο και τη Μαρία να δούμε το «Γλάρο» του Τσέχωφ στο θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών. Στο διάλειμμα της παράστασης είπα στη Μαρία: «Για να φανταστείς την απόσταση που έχουμε από την εποχή του έργου, σκέψου ότι το ρόλο της Αρκάντινα (μια μεγάλη ντίβα του θεάτρου) τον έπαιζε πάντα μια αντίστοιχη σταρ του δικού μας θεάτρου, έτσι ώστε δεν χρειαζόταν καν να μιμηθεί τον χαρακτήρα του Τσέχωφ αλλά απλώς να παίξει τον εαυτό της. Τώρα όμως δεν υπάρχουν τέτοιες σταρ στο ελληνικό θέατρο…». Μετά επήγαμε δίπλα στη «Μυρσίνη» για κρητικούς μεζέδες, όπου παραγγείλαμε μυζηθροπιτάκια, συκώτι χοιρινό, κεφτέδες με σάλτσα και γαρνιτούρα ρύζι, μια σαλάτα και ήπιαμε αρκετό ρακί (μέχρι που ζαλιστήκαμε για τα καλά).
Επήγαμε Παρασκευή μεσημέρι πριν τα Φώτα, για φαγητό στο «Ντορέ», εγώ, ο Θωμάς, ο Δημήτρης, ο Νότης και ο Μι-σέλ που ήρθε από την Αθήνα. Παραγγείλαμε μια πράσινη σαλάτα, μια χορτόσουπα, κάτι ψητές μελιτζάνες -αιγυπτιακές ή τυνησιακές, δεν θυμάμαι καλά- ένα πιάτο γλώσσες μοσχαρίσιες και για κυρίως πιάτο ταλιατέλες με κιμά και πράσο, και ήπιαμε τρεις φιάλες -καλό- κόκκινο κρασί. Τα είπαμε (με κάπως σεξιστικές αναφορές, σαν αντροπαρέα), φάγαμε σχετικά ελαφριά, ευθυμήσαμε με το κρασί, γελάσαμε, ανταλλάξαμε «κινηματογραφικές» πληροφορίες και κουτσομπολιά, γενικώς περάσαμε καλά -κάτι σαν «συμμορία των 5». Δώσαμε ραντεβού για την επόμενη φορά, πάλι εδώ ή, ίσως, στην Αθήνα.
Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2008
Ευχές από όλους εμάς για το νέο έτος… 2008!
Αθηνά Τσακαλίδου
«Πολύ ευτυχισμένα Χριστούγεννα και χαρούμενος ο καινούργιος χρόνος, ας ελπίσουμε ότι θα είναι καλός, χωρίς κανένα φόβο». Ευχή δανεισμένη από ένα τραγούδι, τι τραγούδι όμως! «Ha-ppy Xmas (War is Over)» του John Lennon, από το 1971.
Αναστασία Γρηγοριάδου
Παρότι η ελπίδα πεθαίνει τελευταία, δηλαδή μετά από εμάς, ελπίζω το 2008 να αλλάξουν αυτά που θέλουν αλλαγή, τα κακώς κείμενα και παρακείμενα. Καλά κείμενα θα είναι αυτά που θα γράφουν για τη συναυλία της Μαντόνα στο Παλαί ντε Σπορ, για την έναρξη των δρομολογίων του μετρό. Ελπίδα μου είναι να παραμείνουν σταθερές οι χρυσές αξίες που με περιβάλλουν, πρόσωπα, πράγματα, χώροι, που είναι σαν παλιό καλό κρασί. Κι ας πίνω βότκα!
Βάσω Μιδούχα
Να πάψουμε να ελπίζουμε πως από το νέο χρόνο τα πάντα θα είναι καλύτερα, γιατί δεν θα είναι- αν τουλάχιστον δεν πάψουμε να ποντάρουμε σε ευχές. Και να πάψουμε να γκρινιάζουμε που «αχ, τι κρίμα που είναι που γίνονται όλα στην Αθήνα» γιατί η γκρίνια είναι χειρότερη από όλα τα θανάσιμα αμαρτήματα μαζί, και δεν προσφέρει καν απόλαυση!
Γκέλυ Μαδεμλή
Για τους ανθρώπους της Σκηνής,
για τους ανθρώπους της Πλατείας,
για τους ανθρώπους της πόλης,
χρόνια καλά από καρδιάς!
Δημήτρης Φοινίτσης
Ας μας δώσει επιτέλους ο Άγιος Βασίλης αυτά που μας χρωστάει τόσα χρόνια. Υγεία, αγάπη και λεφτά σε όλον τον κόσμο. Ας βρει ο καθένας το δικό του αστέρι κι ας το ακολουθήσει πιστά, όπου κι αν τον βγάλει... Χρόνια Πολλά!
Μάνια Δούρου
Είθε στην καινούρια χρονιά μέσα από πανοράματα τέχνης να δούμε πανοράματα ψυχών…
Μαρία Κενανίδου
Υγεία σε όλους. Πολλή Υγεία. Παραπολλή Υγεία. Σώμα και ψυχή! Κόκκινα μάγουλα και χαμογελαστά πρόσωπα! Να είμαστε δυνατοί! Πολύ δυνατοί! Δυνατοί και λαμπεροί! Να αγαπάμε τους εαυτούς μας και να τους προσέχουμε σαν τα μάτια μας -για να μπορούμε να προσέχουμε και να αγαπάμε και τα αγαπημένα μας πρόσωπα! Καλή χρονιά!
Ντίνα Μάλαμα
Εύχομαι τη νέα χρονιά να σταματήσουν να μετράνε στη ζωή (ως «θεές» και «θεοί») μόνο όσοι πουλάνε πολύ και να θεωρούνται όσοι αγοράζουν πολύ και ό, τι να ’ναι, καλύτεροι από όσους «ούτε πουλάνε ούτε αγοράζουν» αλλά απλώς εργάζονται (πολλές φο-ρές και δημιουργικά) για να αφήσουν φεύγοντας αυτόν τον κόσμο λίγο καλύτερο απ’ ό,τι τον βρήκαν.
Σωτήρης Ζήκος
Η μουσική μας ευχή πηγάζει από τη σχέση μας με τη ζωή, τον εαυτό, τους φίλους, όλους μας… Έτσι, θα θέλαμε να ξαναβρεί το ελληνικό τραγούδι την υπό εξαφάνιση βιωματική του σύνδεση κι έπειτα και το 2008, να επιθυμούμε ό, τι έχουμε και να έχουμε ό, τι επιθυμούμε… Καλά ανταμώματα και φέτος…
Χρήστος Μιχαλέρης
Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2007
Να τα πούμε; Σαν μια χριστουγεννιάτικη ιστορία…
Τα χρόνια περάσανε και το αγόρι μεγάλωσε. Σπούδασε, έγινε άντρας, βρήκε μετά μια καλή δουλειά με πολλά λεφτά, και μια γυναίκα που την αγάπησε και τον αγάπησε, παντρεύτηκαν κι έκαναν δύο παιδιά. Στις μέρες των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς προσπαθούσαν να διατηρήσουν ακόμα ένα κλίμα οικογενειακής γιορτής, όπως παλιά. Αλλά οι καιροί και τα ήθη άλλαζαν σιγά-σιγά…
Προς το παρόν: Τώρα ο άντρας αυτός έχει χωρίσει και δεν ζει πια μαζί με τα παιδιά του. Τα αγαπάει βέβαια και τα νοιάζεται πάντα και πληρώνει με το παραπάνω τα έξοδά τους. Τους στέλνει δώρα, όσο πιο ακριβά μπορεί στις γιορτές και τους τηλεφωνεί για τις ευχές. Ο ίδιος λείπει συνεχώς σε επαγγελματικά ταξίδια σ’ όλον τον κόσμο, κάνοντας μια σπουδαία καριέρα και μια μεγάλη περιουσία. Έχει για σύντροφό του μια νέα γυναίκα που ζει σαν κι αυτόν και συναντιούνται όποτε μπορούν, κάνοντας συνήθως ολιγοήμερα ταξίδια αναψυχής ή και εργασίας, συνδυάζοντας το τερπνόν μετά του ωφελίμου. Τα παιδιά του μεγαλώνουν με τη μητέρα τους και με γκουβερνάντες που τα προσέχουν και τα βοηθούν στη μελέτη τους, όταν εκείνη εργάζεται ή απουσιάζει για να ζήσει και τη δική της προσωπική ζωή, όπως δικαιούται.
Τα Χριστούγεννα όμως τα περνούν πάντα μαζί της, ενίοτε και με κάποιους συγγενείς, αν βολέψει, παππού και γιαγιά, θείες και θείους από το δικό της σόι. Αλλά ο άντρας αυτός υποσχέθηκε φέτος στα παιδιά του ότι τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων θα την περάσει οπωσδήποτε μαζί τους, όπως εκείνα θέλουν και όπου θέλουν. Μόνο που αυτή τη φορά δεν βρήκε και τόσο θερμή ανταπόκριση η υπόσχεσή του από τη μεριά τους…
Ένα κάποιο φάντασμα του μέλλοντος: Χρόνια αργότερα ο άντρας αυτός έχει πεθάνει και τα παιδιά του έχουν μεγαλώσει κι έχουν κάνει δικά τους παιδιά. Τα Χριστούγεννα δεν γιορτάζονται πια όπως κάποτε. Η κάθε μικρή οικογένεια κάνει -κι αν κάνει- τα δικά της, όπως συνηθίζεται: ανταλλάσσει «άχρηστα» δώρα (αφού τα παιδιά πια τα έχουν όλα όποια στιγμή τα θελήσουν), συμμετέχει σε πλούσια γεύματα (όπου τα περισσότερα εθιμοτυπικά εδέσματα μένουν αφάγωτα, αφού τα παιδιά είναι πια χορτασμένα), φεύγει ταξίδια για δημοφιλείς προορισμούς της μόδας στο εξωτερικό (ή στο εσωτερικό, για χειμερινό - ορεινό τουρισμό).
Όπως και να ’χει όμως, τα παιδιά, όπως και τα εγγόνια εκείνου του άντρα δεν έχουν καμιά σταθερή ανάμνησή του από τις παλιές μέρες των Χριστουγέννων. Κι έτσι, σε αυτές τις γιορτές δεν τον μνημονεύουν ποτέ -σαν εκείνος να μην υπήρξε ποτέ. Ούτε και το παλιό, καλό οικογενειακό πνεύμα των Χριστουγέννων…
Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2007
Μια Κυριακή του Δεκέμβρη, για πού όλοι αυτοί;
Το μεσημέρι κόπασε η βροχή και ξεκινήσαμε να πάμε οικογενειακώς (εγώ συν γυναιξί και τέκνοις δηλαδή) με το αυτοκίνητο στα Πετροκέρασα, όπου μας είχαν καλεσμένους κάτι δικοί μας στο νέο εξοχικό τους -και- για φαγητό (στη θράκα). Πήρα από Πυλαία το δρόμο για Πανόραμα, για να κατέβω στον παλιό δρόμο προς Καβάλα, έπειτα για Ζαγκλιβέρι και από εκεί για Πετροκέρασα. Βγαίνοντας από το Πανόραμα είδα ότι είχε «καθίσει» αραιή ομίχλη, αλλά άναψα τα κατάλληλα φώτα του αυτοκινήτου και συνέχισα. Λίγο αργότερα «δεν έβλεπα τη μύτη μου» -που λένε, συνέχισα όμως να ανηφορίζω αργά με τα μάτια καρφωμένα στην άσπρη γραμμή του οδοστρώματος (4 - 5 μέτρα μόλις μπροστά). Πίσω μου έβλεπα τα φώτα κάποιων αυτοκινήτων που με ακολουθούσαν στη σειρά, αλλά δεν μπορούσα να διακρίνω πόση μπορεί να ήταν η ουρά που είχε σχηματιστεί, ούτε μπορούσα να ξέρω αν θα έπρεπε να κάνω στην μπάντα και να αφήσω κάποιον άλλον να προπορευτεί. «Μα πού στο διάολο πηγαίνουν όλοι αυτοί;» αναρωτήθηκα αγχωμένος. «Μάλλον, οι περισσότεροι, όπως κάθε Κυριακή τέτοια ώρα, για φαγητό στην εξοχή» απάντησα μόνος μου. «Μα ακόμα και με τέτοια ομίχλη;» αναρωτήθηκα περαιτέρω. Φτάνοντας στη διασταύρωση που πάει από τη μια προς Χορτιάτη και από την άλλη προς Ασβεστοχώρι, η ορατότητα πια ήταν σχεδόν μηδενική, είπα «ε όχι κι έτσι», κι έκανα στροφή και γύρισα πίσω στην κατηφόρα προς το Πανόραμα πάλι (ενώ το κομβόι πίσω μου συνέχισε την «τυφλή» του πορεία!). Ειδοποιήσαμε στο τηλέφωνο τους δικούς μας στα Πετροκέρασα πως επιστρέφαμε στη Θεσσαλονίκη. Όταν επιτέλους βγήκα από τον κλοιό της ομίχλης είχα πονοκέφαλο από την υπερένταση της οπτικής προσήλωσης κατά τη διάρκεια της οδήγησης σε αυτήν τη διαδρομή.
Αλλά πάλι καλά να λες, αν σκεφτείς ότι υπάρχουν στον κόσμο και άνθρωποι που πεινάνε… Άσχετο;
Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2007
Έργα τέχνης με Ονόματα που πουλάνε… αλλά σε ποιον;
Είδα και τη θεατρική παράσταση του έργου του Νίκου Καζαντζάκη «Ιουλιανός ο παραβάτης» από το ΚΘΒΕ σε σκηνοθεσία του Νικήτα Τσακίρογλου. Ήταν Σάββατο βράδυ και το Βασιλικό Θέατρο ήταν γεμάτο (νομίζω πως είχε έρθει και κόσμος με λεωφορεία από την επαρχία). Το κοινό παρακολούθησε την παράσταση αμήχανο και, αν και χειροκρότησε στο τέλος, μάλλον δεν κατάλαβε και πολλά -ήταν και το έργο δραματουργικά αδύναμο (περισσότερο έφερνε σε γραπτή πρόζα με λυρικούς διαλόγους). Όπως και να ’χει, όμως, ως έργο απαιτούσε από το μέσο θεατή μια στοιχειώδη έστω γνώση της ιστορικής προσωπικότητας του Ιουλιανού και των όσων πρέσβευε όταν έγινε αυτοκράτορας, για να κατανοήσει π.χ. την ανεκτικότητά του απέναντι στις επικρίσεις που δέχονταν ακόμη και με τον πιο σκαιό τρόπο από υποτελείς του. (Διότι ο Ιουλιανός, ναι, ίσως υπήρξε μια «διχασμένη» ιστορική προσωπικότητα, ανάμεσα στην αρχαιοελληνική και τη χριστιανική του διαπαιδαγώγηση, που όταν έγινε αυτοκράτορας κήρυξε με διάταγμα, αλλά και προσπάθησε να κάνει πράξη ζωής, τη θρησκευτική ελευθερία, πέρα και από τις προσωπικές θρησκευτικές του προτιμήσεις τις οποίες αντέτεινε μάλλον για να αποκαταστήσει -εξισορροπητικά- τον ελληνικό πολιτισμό που βρίσκονταν ήδη υπό διωγμό σε μια εποχή χριστιανικού φανατισμού.)
Αλλά πού να βρεθεί σήμερα ένα τέτοιος θεατής -με τέτοια στοιχειώδη γνώση πια και που να τον αφορά στοιχειωδώς αυτό το θέμα (συνειδησιακά), έστω κι αν είναι προκατειλημμένος αρνητικά (ως χριστιανός, ας πούμε, απέναντι στον «παραβάτη»);
Οι μεγάλες προσωπικότητες της Τέχνης ή της Ιστορίας μπορούν να επανέρχονται σήμερα μέσα από έργα καινούρια ή παλιά. Πέρα όμως από το να πωλούν ως «Ονόματα» αυτά τα έργα (προϊόντα), θα πρέπει και να κατανοούνται… Αλλά από ποιον;
Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2007
Πρόβλημά μου! Πρόβλημά σου! Πρόβλημά του!
Μια ξένη δημοσιογράφος και κριτικός κινηματογράφου, που παρακολούθησε το 48ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, βλέποντας μεταξύ των άλλων ταινιών και σχεδόν όλες τις φετινές ελληνικές παραγωγές αποφάνθηκε: «Δεν έχετε σοβαρά προβλήματα ως κοινωνία, γι’ αυτό δεν μπορείτε να φτιάξετε καλές ταινίες». Δεν είχα ξανακούσει ποτέ αυτόν τον συσχετισμό και αιφνιδιάστηκα. Σκέφτηκα: «Εντάξει, αν είδε τις ταινίες "Alter Ego", "Straight Story", "Uranya", "Μια μέλισσα τον Αύγουστο", "Πρώτη φορά νονός", "Κορόιδο εν τάξει», "Γυναικείες συνομωσίες", "Κλέφτες", 8 στις 14 ταινίες μυθοπλασίας δηλαδή, που ήταν γενικώς του χαβαλέ, δίκιο είχε…». Μετά έξυσα την κούτρα μου και αναρωτήθηκα: «Όμως, εδώ που τα λέμε, και στις -δήθεν- πιο σοβαρές ταινίες: "Παρέες" και "Valse Sentimentale" αλλά ακόμα και στο "El Greco" ποιος ήταν τάχα ο προβληματισμός;». Έτσι μου απομείναν οι υπόλοιπες τρεις: "Επιστροφή" και "Διόρθωση" που είχαν τον Αλβανό τους, άρα, όσο να πεις, και τον σχετικό προβληματισμό τους, και τελευταία η πειραματική -άρα για τον μέσο θεατή ούτως ή άλλως προβληματική- "Μεταμόρφωση". Οπότε, κάνοντας το λογαριασμό, έβγαινε και αριθμητικώς ότι η κυρία είχε κάποιο δίκιο -εντάξει;
Κάποια στιγμή πήγα να το μεταφέρω όλο αυτό σε κάποιον φίλο καθώς τα λέγαμε τις μέρες του φεστιβάλ και τότε ξαφνικά μου ήρθε η φλασιά: «Και ξέρεις κάτι, αυτό δεν είναι απλώς το πρόβλημά μας στον τρόπο που κάνουμε ή δεν μπορούμε να κάνουμε κινηματογράφο, αλλά είναι μάλλον το πρόβλημά μας γενικώς» αναφώνησα. «Ποιο δηλαδή;» απόρησε ο φίλος με τον οίστρο μου. Πήρα μια βαθιά ανάσα, έψαξα να βρω τα λόγια μου και του είπα: «Οι νεοέλληνες, τον τελευταίο καιρό, δεν έχουμε πια προβλήματα: ιδού το μέγα πρόβλημά μας». Με κοίταξε για μια στιγμή ο φίλος με σκεπτικισμό και μου είπε: «Πώς δεν έχουμε προβλήματα; Όλοι έχουμε προβλήματα, άλλοι μικρότερα κι άλλοι μεγαλύτερα, προβλήματα οικονομικά, προβλήματα οικογενειακά, προβλήματα υγείας…». Και περίμενε μια απάντηση. «Ναι, μόνο που αυτά είναι προβλήματα ιδιωτικά, δεν λέω γι’ αυτά…» του απάντησα. «Τέτοια προβλήματα υπάρχουν και μπορεί να προκύψουν βεβαίως, και στις καλύτερες κοινωνικές συνθήκες, στον καθένα. Εγώ μιλάω για προβλήματα πιο συλλογικά, αν θέλεις ακόμα και προβλήματα υπαρξιακά, που να μας αφορούν όμως όχι ως ιδιώτες αλλά και ως κοινωνικά άτομα…» συνέχισα και κάπου κόμπιασα έχοντας την αίσθηση ότι δεν κατάφερνα να εκφράσω αυτό που ήθελα. «Για πες ένα παράδειγμα, από μια ταινία που είδαμε» με προκάλεσε (καλοπροαίρετα) ο φίλος. Το σκέφτηκα λιγάκι και είπα: «Πες ότι μια κοπέλα φτιάχνει μια σχέση με έναν νεαρό και τον ερωτεύεται και θέλει να είναι μαζί του… Από την άλλη ο νεαρός, παρόλο που θέλει κι αυτός να είναι μαζί της, δυσκολεύεται να δεσμευτεί, γιατί φοβάται μη χάσει την ανεξαρτησία του. Τώρα, αν το πρόβλημά τους δεν το προκαλεί ο κοινωνικός περίγυρος ή η οικογένεια, ας πούμε εξαιτίας κάποιας φυλετικής προκατάληψης, οπότε αυτό ως κατάσταση θα μας αφορούσε κι εμάς, αλλά δεν μπορούν να βρουν μια λύση στο πώς να είναι μαζί σαν ζευγάρι γιατί σαν χαρακτήρες είναι μπερδεμένοι, ανώριμοι, διστακτικοί, δηλαδή οι ίδιοι είναι το πρόβλημα, τότε όσο συμπαθητικοί κι αν είναι ως πρόσωπα αλλά και λόγω ηλικίας, το πρόβλημά τους είναι καθαρά ιδιωτικής φύσης και δεν μας αφορά αληθινά –έτσι δεν είναι;». Ο φίλος με κοίταξε κατάματα και ρώτησε: «Κι αν αυτό συμβεί σε ένα από τα παιδιά σου… και τραβάει ζόρια;» -«Ε, παραμένει πάλι μια υπόθεση ιδιωτικής φύσης, οικογενειακή, δεν αλλάζει…» απάντησα.
Μείναμε για λίγο σκεπτικοί και μετά ο φίλος είπε, κάπως περιπαικτικά: «Το ίδιο μπορούμε να πούμε τότε και για κάποιον τύπο που, όταν βγαίνει από τη φυλακή, θέλει να βοηθήσει, όπως μπορεί, τη χήρα και το ορφανό του άντρα που σκότωσε σε μια συμπλοκή, μήπως και επανορθώσει κάτι, αλλά δεν βρίσκει τον τρόπο, χωρίς μάλιστα να συναντά ιδιαίτερα εμπόδια από κάποια κοινωνική συνθήκη… Άρα: πρόβλημά του!» -«Ακριβώς» συμφώνησα εγώ. «Όμως εμένα κάπου μ’ άρεσε η ταινία "Διόρθωση", είχε κάτι… και με σαφή αναφορά σε κάποιο πρόβλημα κοινωνικό: τους ελληνάρες χουλιγκάνους» είπε ο φίλος. «Που δεν κατάφερε όμως να το κάνει… πρόβλημά σου» τον κοντράρισα κάπως αγριεμένος. Αλλά αμέσως μετάνιωσα και του χαμογέλασα. «Δεν γαμιέται!» σκέφτηκα. «Πρόβλημά τους!». Των ταινιών κι όλων των άλλων.