Πέμπτη 24 Απριλίου 2008
Γιώργος Νταλάρας
Η σχέση σας με το ρεμπέτικο υπήρξε απόλυτα βιωματική;
Τα πρώτα τραγούδια που άκουσα από μωρό παιδί, ήταν τα Σμυρναίικα και τα ρεμπέτικα. Ιδιαίτερα τα ρεμπέτικα, από το λίγο που θυμάμαι τον πατέρα μου όταν ήμουν 3-4 χρονών, «μπήκαν στην ψυχή μου». Και βέβαια τα Σμυρναίικα, από την πλευρά της μάνας μου, που η οικογένειά της ήταν πρόσφυγες από την Μικρά Ασία. Μεγαλώνο-ντας, εννοώ όταν ήμουν παιδί πια, ένιωσα ότι πέρα από τα ακούσματα αυτά, το ίδιο το τραγούδι μου άρεσε πολύ. Παρότι ήταν μινόρε τα περισσότερα τραγούδια είχαν μια καθαρότητα, μια λεβεντιά. Και μετά μεγαλώνοντας ανάμεσα στους ίδιους τους μουσικούς, τους ρεμπέτες, έβλεπα ότι αυτό το τραγούδι ήταν για εκείνους η δουλειά τους, η κοινωνική τους έκφραση, ο τρόπος ζωής τους, η ίδια τους η ζωή αν θέλετε. Και έτσι πέρα από το μουσικό ενδιαφέρον που είχε πάντα για μένα, έμαθα να το αγαπώ και να το εκτιμώ. Ένιωσα, παρ’ ότι ήμουν άλλη γενιά, ένας εκφραστής τους.
Γνωρίσατε και δουλέψατε κοντά σε δημιουργούς του. Συνεχίζετε να ανακαλύπτετε ακόμη καινούρια πράγματα στο ρεμπέτικο τραγούδι; Όπως είπα, γνώρισα πρώτα τον πατέρα μου. Γνώρισα μετά, παιδί 14-15 χρονών, τον Στελλάκη Περπινιάδη, δούλεψα και στο μαγαζί του ως κιθαρίστας. Αυτός ήταν μεγάλος δάσκαλος του ρεμπέτικου. Και αργότερα όλους τους σπουδαίους εκπροσώπους του, συνθέτες, μουσικούς, τραγουδιστές. Ιδιαίτερα όταν άκουσα τις εκτελέσεις του Μπιθικώτση, που ήταν ο δικός μου δάσκαλος, το αγάπησα περισσότερο. Και πίστεψα ότι αυτό το τραγούδι δεν θα γίνει ποτέ μουσειακό, θα παίζεται πάντα επιθετικά αν θέλετε, σαν ένα κοινωνικό τραγούδι του σήμερα. Σαν τοιχογραφία της ιστορίας του τόπου, εκφράζει συναισθήματα και την ψυχοσύνθεση ενός ολόκληρου λαού, όπως το φάντο στην Πορτογαλία, το φλαμένκο στην Ισπανία, το μπλουζ στην Αμερική. Όσο μεγαλώνω ανακαλύπτω καινούργιους μουσικούς δρόμους και μια στιχουργική που πέρα από τα ερωτικά τραγούδια εκφράζει την ιστορία των ανθρώπων, τη μετανάστευση, την ξενιτιά, τη φυλακή, το αλκοόλ, τα ναρκωτικά, το περιθώριο, με έναν αυθεντικό αληθινό τρόπο.
Το ρεμπέτικο λοιπόν είναι ένα κομμάτι της σύγχρονης ελληνικής μουσικής και όχι μόνο, ιστορίας; Ασφαλώς. Στην πα-ράσταση με αυτή την πραγματικά ευρηματική σκηνοθεσία του Σωτήρη Χατζά-κη, τα κείμενα του Γιώργου Σκαμπαρ-δώνη, και το φιλμ του Γρηγόρη Καραντι-νάκη, θα δείτε μια απόλυτα παράλληλη δράση του τραγουδιού, της ιστορίας και της ανθρωπογεωγραφίας της εποχής.
Τελικά τι πιστεύετε ότι είναι το ρεμπέτικο τραγούδι, περιθωριακό ή λαϊκό; Ως μουσική έκφραση το ρεμπέτικο, ασφαλώς και είναι λαϊκό. Και είναι η βάση του λαϊκού τραγουδιού μέχρι σήμερα. Μη ξεχνάτε ότι ο μεγάλος Μίκης Θεοδω-ράκης με μεγάλη περηφάνια δηλώνει ότι είναι μαθητής του Βασίλη Τσιτσάνη. Μην ξεχνάτε την αγάπη, την αφοσίωση στο ρεμπέτικο μεγάλων Ελλήνων συνθετών και κυρίως του Χατζιδάκι και του Ξαρχάκου. Βεβαίως το ρεμπέτικο ως κοινωνική έκφραση ήταν περιθωριακό. Διότι αυτοί οι άνθρωποι που το εξέφρασαν πρώτοι, ήταν κυνηγημένοι. Φαντα-στείτε τον Βαγγέλη Παπάζογλου, έναν πολύ μεγάλο συνθέτη, που μεσουρανούσε στην Μικρά Ασία, όταν έφτασε στον Πειραιά πρόσφυγας κυνηγημένος, ζώντας περιθωριακά την υπόλοιπη βα-σανισμένη ζωή του, τι πόνο, τι πίκρα έ-βγαλε μέσα από τα τραγούδια του.
Στο εξωτερικό γνωρίζουν αυτό το είδος της μουσικής μας; Ασφαλώς το γνωρίζουν και οι ακροατές του είναι πραγματικά υψηλού μουσικού επιπέδου. Έχω προσωπική πείρα γι’ αυτό. Οι περιοδείες με το ρεμπέτικο, ανάμεσα στις δεκάδες που έχω κάνει στην Ευρώπη και στην Αμερική, και μάλιστα σε εξαιρετικούς χώρους κλασικής μουσικής ή όπερας, είναι οι πιο επιτυχημένες καλλιτεχνικά και εμπορικά και από πλευράς ανταπόκρισης του τύπου. Δεν ξέρω αν γνωρίζετε ότι οι ακριβότεροι σπάνιοι δίσκοι που πωλούνται διεθνώς σε δημοπρασίες, είναι οι δίσκοι του ρεμπέτικου.
Τι περιλαμβάνει η παράσταση «Σαν τραγούδι μαγεμένο» και ποιο είναι το βασικό σκεπτικό της; Αγαπώ κυρίως τις αμιγείς συναυλίες, και σπάνια πειραματίζομαι σε μεικτά θεάματα. Κυρίως δίνω λό-γο στη μουσική. Όμως αυτή η παράσταση ευτύχησε να έχει εξαιρετικούς συνε-ργάτες σε όλα τα επίπεδα. Και οι τραγουδιστές, και οι ηθοποιοί, και η σκηνοθεσία, και τα κείμενα, και η ιδέα μιας πα-ράλληλης δράσης μουσικών του σήμερα και τραγουδιστών και συνθετών του ρεμπέτικου που έφυγαν και συνομιλούν υπερβατικά με τους σημερινούς μουσικούς και τραγουδιστές ήταν ευρηματική, άμεση και πολύ συγκινητική. Και αυτό βέβαια είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον.
Υπάρχουν τραγούδια της παράστασης που δεν τα γνωρίζατε πριν; Τα γνώριζα σχεδόν όλα. Όμως, στην παράσταση αυτή υπάρχουν τραγούδια που τραγουδάω για πρώτη φορά. Όπως τα ρεμπέτικα της Αμερικής. Είχαμε και εδώ την τύχη να έχουμε σύμβουλο τον Παναγιώ-τη Κουνάδη, έναν εξαιρετικά σημαντικό μελετητή και ερευνητή του ρεμπέτικου με ένα αρχείο θησαυρό που συνέβαλε αποφασιστικά στην παράσταση, ιδιαίτερα σε μένα που μου έδωσε την ευκαιρία μέσα από δεκάδες πρώτες εκτελέσεις του αρχείου του, να μελετήσω και να εκφράσω τη δική μου άποψη σήμερα. Γιατί αυτό που έχει σημασία για μένα, και αυτό εύχομαι για τους νέους μουσικούς, δεν είναι να μιμηθούμε μια ρεμπέτικη κομπανία προπολεμική. Είναι να συνεισφέρουμε τη δική μας γνώμη και γνώση στα τραγούδια και να τα εκφράσουμε σήμερα. Εγώ αυτό το υποστηρίζω και παίρνω το ρίσκο. Δεν με ενδιέφερε να κάνω κόπιες των παλιών τραγουδιών.
Στην παράσταση «συναντιέστε» επί σκηνής με τη φιγούρα του πατέρα σας; Αυτή τη συνάντηση την οφείλουμε στον Σκαμπαρδώνη και στον Χατζάκη. Ήταν δικό τους εύρημα. Είναι ένα γλυκό και τρυφερό σημείο της παράστασης. Γιατί εμένα ο πατέρας μου, πέρα από το ότι μου έλειψε πολύ στα παιδικά μου χρόνια, ήταν ένας εκπληκτικός μουσικός που συνεχίζω να τον θαυμάζω.
Το ρεμπέτικο είναι ένα παλιό είδος τραγουδιού; Ποια είναι η θέση του στην εποχή μας; Όπως έλεγα και πιο πάνω, το ρεμπέτικο μπορεί να είναι παλιό είδος, αλλά παράλληλα είναι κι η βάση. Και έχει σημασία για τους νέους μουσικούς, όχι απλώς να το ανακαλύπτουν - έχουν πολλά να μάθουν- αλλά να βάζουν τη δική τους μελέτη και σφραγίδα και στις σύγχρονες εκτελέσεις. Και αυτός είναι ο σκοπός. Να δουν αυτή την παράσταση νέοι άνθρωποι, να προβληματιστούν, να συγκινηθούν και να εκφραστούν σήμερα μέσα από αυτό το εκπληκτικό τραγούδι που είναι συνυφασμένο με την ιστορία μας και το λαϊκό μας πολιτισμό.
info:«Σαν τραγούδι μαγεμένο»
10 & 11/5, Μέγαρο Μουσικής
25ης Μαρτίου & Παραλία, Τ: 2310 895938-9. Ώρα έναρξης: 21.00
Φιλαρέτη Κομνηνού
Μιλήστε μας λίγο για το ρόλο της Γκούντχιλντ. Πώς τον πλησιάσατε;
Επειδή έχω παίξει μέχρι τώρα τρεις ρόλους του Στρίντμπεργκ, έχει προηγηθεί και η «Έντα Γκάμπλερ» του Ίψεν, αν θέλεις, έχω κάνει μια μελέτη, εντός εισαγωγικών, των ηρωΐδων των Σκανδιναβών συγγραφέων. Αυτούς τους δύο συγγραφείς, τον Στρίντμπεργκ και τον Ίψεν, η γυναικεία μορφή τους έχει απασχολήσει, τους έχει βασανίσει, τους έχει προβληματίσει. Η Γκούντχιλντ είναι μια φιγούρα γυναίκας, που μην έχοντας αυτό που θέλει, γίνεται ένα συμπαγές πλάσμα, έτσι τουλάχιστον την αντιλαμβάνομαι εγώ, αλλά κι έτσι την χαρακτηρίζει ο Ίψεν, «είναι φτιαγμένη από μέταλλο» λέει. Επειδή είναι κι ένα ψυχολογικό θέατρο, οι αφορμές και αιτίες γι’ αυτό είναι το ότι πρόκειται για ένα άτομο που δεν έχει αγαπηθεί ουσιαστικά. Η Γκούντ-χιλντ είναι σε διαρκή ανταγωνισμό με την αδερφή της και νιώθει πως άλλα ήθελε κι ονειρεύτηκε, όμως αναγκάστηκε να μείνει τελικά σε αυτό το σπίτι, αυτή στον κάτω όροφο κι ο Μπόρκμαν στον πάνω, σαν να είναι η ίδια δεσμοφύλακας και μαζί φυλακισμένη. Η μόνη της διέξοδος, για να δώσει νόημα στην ύπαρξή της, είναι ο γιος της. Και με το γιο της έχει δημιουργήσει σχέση εξάρτησης, γιατί μόνο μέσω του παιδιού της μπορεί να δώσει συνέχεια στη δική της ζωή.
Θα λέγατε πως στη σχέση της με το γιο υπάρχει και το ερωτικό στοιχείο;
Αυτό δεν είναι κάτι μακρινό, ούτε είναι ειδική περίπτωση. Αν κοιτάξει κανείς γύρω του, και ειδικά σε εμάς τους μεσογειακούς λαούς, οι σχέσεις πολλών γυναικών και των παιδιών τους φτάνουν σε τέτοια όρια εξάρτησης και ψυχοπαθολογίας που φτάνεις σε σημείο να αναρωτιέσαι, αν είναι αυτή η περίφημη αγάπη για τον άλλο ή αν είναι αγάπη για σένα τον ίδιο.
Η Γκούντχιλντ τι σχέση έχει με τους άλλους χαρακτήρες;
Το έργο είναι εξαιρετικά σκληρό. Είναι αυτό που λέγαμε παλαιότερα και σήμερα ακούγεται βαρύγδουπο: είναι αβυσσαλέο, γιατί δείχνει τρία - τέσσερα άτομα πάνω στη σκηνή, που το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι ο εαυτός τους. Ακούγεται λοιπόν κάπου στο έργο μια συγκλονιστική φράση: « Η φιλία μας στηρίζεται στο ότι, τόσο καιρό, ο ένας έλεγε ψέματα στον άλλο και τροφοδοτούσε το εγώ το άλλου». Ακόμα και τη φιλία λοιπόν υπονομεύει ο Ίψεν. Και διαπιστώνεις κάτι τέτοιο σε ένα έργο που έχει γραφτεί έναν αιώνα πριν! Κι όμως, οι ανθρώπινες σχέσεις δεν αλλάζουν, αλλάζει η τεχνολογία, αλλάζουν κάποιοι κανόνες ηθικής, οι πόλεις, αλλά το ανθρώπινο πλάσμα παραμένει το ίδιο ανεξερεύνητο και άγριο υλικό.
Γιατί διαλέγετε συνήθως έργα του κλασικού ρεπερτορίου; Είναι αυτό που περιγράφετε, ότι παραμένουν επίκαιρα έναν αιώνα μετά;
Κοιτάξτε, ας μη γενικεύουμε, πολλά έργα είναι ξεπερασμένα λόγω του ρομαντισμού τους, που τα κάνει πια να μην αντέχουνε σε μια εποχή που η βία, ο κυνισμός, οι φόβοι στο αίσθημα και τη συναισθηματική προσφορά, έχουν γίνει καθημερινός τρόπος αντίληψης. Οι άνθρωποι σήμερα δεν είναι διατεθειμένοι να αντιληφθούν την αγάπη μέσα από συμπεριφορές που χαρακτήριζαν τους ανθρώπους του προηγούμενοι αιώνα. Το θέλω μου, πάντως, είναι να παίξω σε ένα σπουδαίο έργο με σύγχρονη γραφή. Απλώς θέλω κι εγώ να έχω χτυπήσει φλέβα πραγματική και να μην γίνει επειδή θέλω να κάνω και καλά κάτι πρωτοποριακό, κάτι μεταμοντέρνο, και να το εκβιάζουμε αυτό. Αν το αισθανθώ, θα το κάνω.
Είστε επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Θεάτρου. Ποια είναι η σχέση σας με τη διδασκαλία;
Η διδασκαλία με ενδιαφέρει γιατί αποτελεί ένα δημιουργικό κομμάτι, μέσα από αυτήν ανανεώνω κι εγώ το ενδιαφέρον μου για το θέατρο, θεωρώ δηλαδή πως είναι ένας χώρος έρευνας. Δεν μ’ αρέσει να προχωράω απ’ ευθείας στο αποτέλεσμα: δείχνω στα παιδιά τη διαδικασία της έρευνας των δυνάμεων που διαθέτουνε. Ένας επαγγελματίας ηθοποιός μπορεί εύκολα να περάσει σε κάποια συνταγή, να αρχίσει να μηρυκάζει με στείρο τρόπο αυτό που έχει καταφέρει. Η διδασκαλία και η επαφή με τα παιδιά σε αναγκάζει να ψάχνεις νέες φόρμες, καινούρια μονοπάτια εκφραστικά. Η εγρήγορση του μυαλού μου έτσι, με ενεργοποιεί ως ηθοποιό.
Η συνεργασία σας με τον Γιώργο Μιχα-λακόπουλο πώς ήταν;
Το να συναντάς τέτοιους ανθρώπους, που όπως λέμε εμείς, «έχουνε φάει τη σκηνή με το κουτάλι» είναι μια μεγάλη εμπειρία. Σαν άνθρωπος και συνεργάτης είναι αυτό που λες αληθινός κύριος, έχει μια αρχοντιά και μια γενναιοδωρία. Επίσης είναι χορτασμένος από τα δώρα της ζωής και του θεάτρου, κι έχει αυτή την ηρεμία στη συμπεριφορά του και με τους συνεργάτες του. Και το επισημαίνω αυτό γιατί δεν είναι από τα πιο αυτονόητα πράγματα στη δουλειά μας.
Εντελώς διαφορετικός από το ρόλο του Μπόρκμαν που υποδύεται λοιπόν.
Α, ναι! Ο Μπόρκμαν είναι αξιολύπητος μέσα στην εγωπάθειά του και την εικονική πραγματικότητα του κόσμου που έχει δει και στον οποίο πιστεύει.
Πώς είναι να έρχεστε στη Θεσσαλονίκη όπου ζήσατε για τόσα χρόνια, ως επισκέπτρια;
Ξαναγυρίζω στα πάτρια εδά-φη, έχει κάτι πιο ιδιαίτερο όταν παίζω στη Θεσσαλονίκη σε ένα κοινό όπου νιώθω ότι λίγο πολύ είναι οικογενειακό και συγγενικό το περιβάλλον. Καμιά φορά τη Θεσσαλονίκη την αγαπάς περισσότερο όταν σου λείπει, όταν τη στερείσαι, και η σχέση σου μπαίνει σε άλλη διάσταση πια. Τα τελευταία χρόνια αισθάνομαι πως έχει πάθει μια καθίζηση σε πολλά επίπεδα, δεν είναι η Θεσσα-λονίκη που ήξερα, που αγαπούσα, που έζησα εγώ. Κι όταν έφυγα ήταν ακόμα εν βρασμώ… Όταν ο γιος μου ανέβηκε με την «Κατσαρίδα», για μένα ήταν εξαιρετικά αισιόδοξο, το ότι είχε έτσι φουλ κόσμο, το ότι υπάρχει ένα εναλλακτικό κοινό, νεανικό. Στην Αθήνα τέτοιες ομάδες υπάρχουνε πολλές, και υπάρχουν πολλά τέτοια θεατρικά στέκια. Πρέπει ακόμα και θεατρικές στέγες να βρεθούνε διαφορετικές. Να, έμαθα πως η παράσταση του Βαρλικόφσκι που ανέβηκε στο Ευρωπαϊκό Βραβείο Θεάτρου (σ.σ. το «Καθαροί, πια»), εγώ την είχα δει στην Αβινιόν σε ένα εντελώς περιθωριακό θέατρο, και την έπαιξαν τώρα στο Βασιλικό… με τέτοιο θέμα, τέτοια αισθητική, το να την βάλεις τώρα σε τέτοια θέατρο είναι φάλτσο, σαν η παράσταση να ξερνάει το χώρο -και αντίστροφα, σαν κι ο χώρος να ξερνάει την παράσταση…
info: «Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν», του Χένρικ Ίψεν, σε μετάφραση Ερρίκου Μπελιέ και σκηνοθεσία Γιώργου Μιχαλακόπουλου (βλ. θέατρα)
Παίζει τον έναν από τους τρεις ρόλους του έργου «Το όνειρο της διπλανής πόρτας» του Νιλ Σάιμον, όπου δύο νεαροί Νεουρκέζοι προσπαθούν να εκδώσουν ένα πολιτικό περιοδικό που θα ταράξει τα νερά, ενώ η επαρχιώτισσα γειτόνισσά τους εξακολουθεί να πιστεύει στο παλαιό αμερικάνικο όνειρο
Αργύρης Αγγέλου
Γιατί αγωνίζεται ο συγκεκριμένος ή-ρωας που παίζετε μέσα από το περιοδικό που εκδίδουν οι δύο φίλοι; Αγωνί-ζεται να αλλάξει τον κόσμο. Να τον κάνει πιο δίκαιο, πιο αξιοκρατικό, πιο ανθρώπινο. Ίσως να ακούγεται από ρομαντικό έως ουτοπικό, αλλά την εποχή που γράφτηκε το έργο, ήταν το όνειρο πολλών νέων. Μ’ αρέσει που έχουμε κρατήσει ατόφιο αυτό το ρομαντισμό του έργου και της εποχής του. Εκτός αυτού, τα περισσότερα όνειρα, μέχρι να γίνουν πραγματικότητα, ακατόρθωτα φαίνονται.
Θεωρείτε ότι οι αμυδρά διαφαινόμενες αριστερές θέσεις του Σάιμον είναι πραγματικές ή φέρουν ένα ειρωνικό φορτίο προς την αντίπερα όχθη, το αντίπαλο δέος των ΗΠΑ, την κραταιά Σοβιετική Ένωση εκείνης της εποχής; Δεν έχω διαβάσει το πρωτότυπο αγγλικό κείμενο, στην ελληνική απόδοσή του πάντως δεν υπάρχει ίχνος τέτοιας ειρωνείας. Και πιστεύω πως ούτε και στο πρωτότυπο κείμενο θα συναντούσαμε κάτι τέτοιο. Απλώς ο Σάιμον λόγω του ότι δεν ήρθε ποτέ ανοιχτά σε ρήξη με το σύστημα, αλλά και λόγω του ότι το χιούμορ ήταν ο βασικός του κώδικας επικοινωνίας με το κοινό, επέλεξε να χρησιμοποιήσει μια κωμωδία για να περάσει αυτές του τις θέσεις. Κι όχι ένα αμιγώς πολιτικό και καταγγελτικό έργο. Είναι θέσεις έξυπνα καμουφλαρισμένες πίσω από ένα κωμικό κείμενο.
Γιατί ο Άντυ αποφεύγει συστηματικά τα ερωτικά βέλη της Σόφι; Εξαιτίας της επιθυμίας του Νόρμαν προς το πρόσωπό της; Εάν δεν υπήρχε ο Νόρμαν, ο Άντυ θα ενέδιδε; Ποια είναι η προσωπική σας αίσθηση; Νομίζω ότι το ερωτικό στοιχείο που βάζει ο Σάιμον, ουσιαστικά είναι ένα εύρημα. Μέσα απ’ αυτό θέλει να δώσει στους τρεις ήρωες να καταλάβουν πόσο «στεγνοί» έχουν μείνει από συναισθήματα. Γι’ αυτό το λόγο δεν υπά-ρχει και σαφής κατάληξη στο τέλος. Δεν μας αφορά με ποιoν θα συνδεθεί ερωτικά η Σόφι, αλλά ότι αυτοί οι άνθρωποι συνειδητοποίησαν ότι υπάρχει και η μυρωδιά του σώματος.
Η φιλία τι ρόλο παίζει στη δική σας ζωή; Πολύ μεγάλη! Υπάρχουν φίλοι μου, ελάχιστοι βέβαια, που με το πέρασμα του χρόνου γίνονται οικογένεια. Τώρα έχω περάσει στο επόμενο στάδιο. Θέλω να αποκτώ και συγγενική σχέση μαζί τους. Πρόσφατα πάντρεψα την κολλητή μου και έτσι πια δεν είμαστε άπλα φίλοι, αλλά συγγενείς…
Αποδείχθηκε πετυχημένη η συνταγή της δοκιμασμένης χημείας των ηθοποιών του σχήματος στο θέατρο Ιλίσια-Βολα-νάκη; Εννοείται. Ξέραμε από την αρχή το ότι το γεγονός ότι και οι τρεις ήμασταν και φίλοι, θα μας έδινε ένα προβάδισμα χρόνου. Είναι τελείως διαφορετικό να ξεκινάς από την αρχή με ανθρώπους που δεν γνωρίζεις καθόλου και να πρέπει να αποκτήσεις οικειότητα μαζί τους πάνω στη σκηνή. Εμείς αυτό το είχαμε, επομένως η παράσταση στήθηκε πολύ πιο γρήγορα. Είχαμε κοινό στόχο. Είναι ωραίο να είσαι με φίλους πάνω στη σκηνή. Νιώθεις πολύ ασφαλής.
Πέρα από τον ρόλο υπογράφετε και τη μουσική του πρωτότυπου τραγουδιού της παράστασης. Μιλήστε μας για αυτή την πλευρά σας, της σύνθεσης εννοώ. Με τη μουσική ασχολήθηκα πολύ πριν αποφασίσω να ασχοληθώ με το θέατρο. Από πολύ μικρός έκανα μαθήματα πιάνου και θεωρίας της μουσικής και μάλιστα θεωρούσα ότι αυτό θα ακολουθήσω ως καριέρα. Κάπου στο λύκειο άλλαξαν τα πλάνα και στράφηκα στο θέατρο. Εννοείται ότι όλες αυτές οι σπουδές μου φάνηκαν πολύ χρήσιμες. Φέτος λοιπόν όταν έπεσε η ιδέα να κλείσει η παράσταση με ένα τραγούδι, ένιωσα την ανάγκη να δοκιμάσω να το γράψω εγώ. Το ετοίμασα λοιπόν, το άκουσαν οι υπόλοιποι , τους άρεσε πολύ κι εκεί είπε ο Γιώργος να γράψει τους στίχους. Το ονομάσαμε «Αυτά που ψάχνω από παιδί». Όταν ποια μπήκαμε στο στούντιο για να το γράψουμε, ένιωσα πολύ περήφανος που τα κατάφερα. Πιστεύω ότι βγήκε ένα πολύ τρυφερό αποτέλεσμα που τελικά άγγιξε και τον κόσμο. Έχω ακούσει υπέροχα σχόλια για αυτό το τραγούδι.
Η τηλεοπτική καθιέρωση ως πρόσωπο αποτελεί πλέον το μόνο «διαβατήριο» για το σανίδι; Δεν ξέρω αν αποτελεί το μόνο, αλλά σίγουρα βοηθάει. Δεν είναι τυχαίο ότι από τότε που ξεκίνησα να κάνω τηλεόραση άρχισαν να μου δίνουν και σημαντικούς ρόλους στο θέατρο. Ενώ πριν έδινα άπειρες ακροάσεις για μια θέση στο κόρους. Δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό, αλλά ήξερα από την αρχή ότι έτσι είναι το παιχνίδι. Δεν απογοητεύτηκα ποτέ, αντίθετα πείσμωνα και έλεγα ότι θα έρθει και εμένα η ώρα μου. Δεν ξέφυγα ποτέ από το στόχο μου.
Βρήκατε εύκολα τον δρόμο σας προς τη Σκηνή ή αντιμετωπίσατε δυσκολίες μετά το τέλος των σπουδών σας; Τελειώ-νοντας τη σχολή αντιμετώπισα τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει οποιοδήποτε παιδί. Πιστεύω όμως ότι είχα κάποια συστατικά που τελικά έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στο να πάνε καλά τα πράγματα. Πείσμα, υπομονή και διάθεση για πάρα πολύ τρέξιμο. Νομίζω ότι δεν υπάρχει σκηνοθέτης και θέατρο που δεν έχω δώσει οντισιόν και εταιρία παραγωγής που δεν είχε τουλάχιστον πέντε βιογραφικά μου. Στην τηλεόραση βέβαια αποδείχτηκε ότι ήμουν κυρίως τυχερός μιας και την ευκαιρία μου την έδωσε ο Γιώργος (Καπουτζίδης). Του το χρωστάω αυτό. Στο θέατρο όμως ό,τι έχω καταφέρει το έχω καταφέρει μόνος μου.
Ποια είναι τα επόμενα επαγγελματικά σας σχέδια; Μόλις τελειώσουν οι παραστάσεις στη Θεσσαλονίκη, ξεκινάω πρόβες για καλοκαιρινή περιοδεία σε όλη την Ελλάδα με ένα καταπληκτικό μιούζικαλ, το «Blood brothers». Θα έχω τη χαρά να είμαι με τον Κώστα Σπυρό-πουλο, την Ελισάβετ Κωνσταντινίδου, το Διονύση Τσακνή κι άλλους υπέροχους συναδέλφους.
info: «Το όνειρο της διπλανής πόρτας» του Νιλ Σάιμον, σε σκηνοθεσία Βαρβάρας Δούκα, από την Κυριακή του Πάσχα στο Θέατρο Εγνατία
(βλ. θέατρα)
Κώστας Παπαδόπουλος
Έχοντας ζήσει όλες τις πολύ μεγάλες στιγμές του ελληνικού τραγουδιού, τι κρατάει σήμερα ζωντανή τη σπίθα στη μουσική; Τη σπίθα στη μουσική την κρατάει ζωντανή μόνο η επαφή με το μπουζούκι. Όλα αυτά που έχω παίξει ήταν πολύ καλά και περάσανε, αλλά περάσανε χωρίς να λείψουν, υπάρχουν ακόμα, με αυτά ζούμε. Αν δεν γίνει γλέντι να παιχτούνε τραγούδια έντεχνα παλιά και ρεμπέτικα, νομίζω ότι διασκέδαση δεν γίνεται. Είναι αδύνατο να υπάρχει τραγούδι καινούριο που να μπορεί να καλύψει αυτό το κενό που υπάρχει σήμερα. Τις στιγμές τις καλές τις βρίσκω στις βραδιές που γίνεται παιχνίδι με μένα και τον κόσμο, στο ελεύθερο και ευαίσθητο παίξιμο, στα σόλο. Αυτά με κρατάνε…
Τι γίνεται στη «Βάρδια» στη συναυλία σας με τον Παναγιώτη Καραδημήτρη; Αυτό είχε γίνει σαν πείραμα πριν από τρία - τέσσερα χρόνια και φαίνεται ότι τα τραγούδια που παίζουμε, μαζί με το δικό μου παίξιμο και το πόσο δικαιούμαι να παίζω αυτά που παίζω - έχω παίξει στη δισκογραφία 50.000 τραγούδια -, είναι αυτά που θέλει να ακούσει ο κόσμος και κάθε φορά αυτό έχει πολύ μεγάλη επιτυχία. Γι’ αυτό και δεν εξαντλείται η επαφή με τη Θεσσαλονίκη και το συγκεκριμένο χώρο.
Στη βιογραφία σας που θα παρουσιαστεί πριν τη συναυλία, τα λέτε όλα; Πώς γράφτηκε; Ήταν μια ιδέα του συχωρεμένου του Πάνου του Γεραμάνη. Δεν είχα σκοπό να γράψω βιβλίο και δεν ξέρω αν δικαιούμουν να το κάνω. Το ξεκινήσαμε μαζί, δυστυχώς ο Πάνος έφυγε και συνεχίστηκε από έναν άλλο που έχει τον τρόπο να γράφει πολύ καλά τις ιστορίες αυτές της λαϊκής μουσικής, των μουσικών και των συνθετών, από τον Νέαρχο Γεωργιάδη. Έγινε πάρα πολύ καλή δουλειά, είπα κάποια πράγματα -που έπρεπε κάποια στιγμή να τα πω- από τότε που ξεκίνησα μέχρι σήμερα. Βέβαια έχει έναν τίτλο που εμένα με έβρισκε ενάντιο. Τι είναι ο Παγκανίνι; Είναι ένα τέρας της μουσικής και σε ένα όργανο που δεν έχει καμία σχέση με το δικό μου. Δεν είμαι τέρας της μουσικής εγώ πάρα ένας καλός μουσικός, απ’ ότι μου έχουν πει τόσα χρόνια. Δεν ήθελα, αλλά η δικαιολογία του Νεάρχου ήταν ότι σε κάθε συνέντευξη του Μπιθικώτση λεγόταν ότι ο Παπαδόπουλος ήταν ο Παγκανίνι της μουσικής κι έτσι έγινε... Αυτό που έχω κάνει είναι τόσο τίμιο που δεν θα χρειαζόταν ένας ξένος τίτλος για να το ενισχύσει… Είναι μια διαφορά απόψεων…
Ποια ήταν η μεγαλύτερη απογοήτευση που νιώσατε μέσα στο κύκλωμα; Αυτή η δουλειά έχει πάρα πολλές απογοητεύσεις που δεν έρχονται ποτέ από τους συνθέτες ή από τον κόσμο. Έρχονται από τη συνεργασία με τους τραγουδιστές. Οι τραγουδιστές παίξανε πολύ άσχημο ρόλο στη δουλειά αυτή. Ξεκινούσαν από το μηδέν, εμείς ήμασταν στο δέκα, μας έφταναν, μας περνούσαν χωρίς να έχει αυτό καμία σχέση με την αξία την καλλιτεχνική, αλλά με την αξία των ΜΜΕ. Αυτό είναι απογοητευτικό, γιατί όταν λέμε μπουζούκι εννοούμε το λαϊκό τραγούδι. Πώς μπορείς να λες ότι, ενώ υπάρχει ένας που παίζει πολύ καλά, θα πάρω έναν πιτσιρικά που θα τον πληρώσω λιγότερα λεφτά και δεν θα έχει και άποψη. Αυτό είναι βρώμικο παιχνίδι. Δεν μιλάω για τον εαυτό μου, γι’ αυτό και δεν θέλω να είμαι με κανέναν από όλους τους μεγάλους εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Ασχολιέμαι με ρεμπετάδικα και με μι-κρούς χώρους. Το λέω για τα μικρά παιδιά που έχουν αξία… Δεν τους κάνουν πρόταση και μένουν χωρίς δουλειά.
Πόσο χρόνο σας παίρνει για να καταλάβετε αν κάποιος «παίζει» μπουζούκι; Αν και είναι θέμα χρόνου, περισσότερο είναι θέμα ταλέντου και προετοιμασίας. Κάνω και τον δάσκαλο με είκοσι μαθητές και ειδικά στο τρίχορδο. Όλοι αυτοί που έκαναν τα λαϊκά τραγούδια έπαιζαν τρίχορδο. Ο Ξαρχάκος, ο Μαρκόπουλος, ο Μούτσης, ο Σπανός, τόσα χρόνια που παίζω μαζί τους, δεν μου είπαν ποτέ γιατί παίζω τρίχορδο. Αντιθέτως ήθελαν τρίχορδο… Είναι ένα παιχνίδι που ξεκίνησε από τον Χιώτη, για άλλες προδιαγραφές και για άλλους λόγους. Έχω κι έναν μαθητή μικρό που τώρα είναι με τον Λεοντή, είναι τόσο απλό όταν υπάρχει το ταλέντο και η μελέτη.
Από ποια συνεργασία σας μάθατε τα περισσότερα πράγματα; Είχα προετοιμαστεί ακούγοντας τους παλιούς, δηλαδή έκανα μόνος μου την προεργασία. Ήμουν έτοιμος για τη δουλειά, δεν περίμενα από τους άλλους. Ασχολιόμουν μόνο με το μπουζούκι, τα είχα δώσει όλα εκεί. Αν κάνεις ένα πράγμα πολύ καλά, κάπου θα σου βγει…
Η ιστορία «Τρίχορδο» μπορεί να έχει συνέχεια; Δυστυχώς, ναι... Όταν κάναμε το «Τρίχορδο» μέσα από τις τεράστιες πρόβες και μέσα από πολύ ψάξιμο, που έγινε για να βρω αυτό το ρεπερτόριο κι έγινε και δίσκος στο τέλος, τους είπα να μην εγκλωβιστούμε πάλι με τους τραγουδιστές, για να δουλέψουμε δυο μή-νες και μετά μείνουμε χωρίς δουλειά. Το «Τρίχορδο» είχε προοπτικές, κάποιοι το κατάλαβαν, αυτοί που δεν κατάλαβαν ό,τι τους είπα ήταν και η αιτία που το «Τρίχορδο» διαλύθηκε. Ο δίσκος είχε και πολύ μεγάλη επιτυχία ως cd, αφού μέσα σε τρεις μήνες πούλησε 115.00 αντίτυπα, πράγμα απίθανο, χωρίς τραγουδιστές, ανώνυμους ή επώνυμους και χωρίς νέες συνθέσεις, απλά και μόνο με ιδέες και καλό παίξιμο.
Συμφωνείτε ότι το μπουζούκι είναι στο περιθώριο σήμερα, όπως πολλοί υποστηρίζουν; Τα τελευταία χρόνια έχουν δημιουργηθεί πολλά σχήματα μπουζουκιού… Δεν είναι ώρα για να συζητάμε τέτοιους συνδυασμούς. Δεν είναι τίποτε στο περιθώριο, απλά το περιθώριο έχει βγει μπροστά…
Τι άλλο έχετε κατά νου να κάνετε; Μόνο καλοκαιρινές συναυλίες με την Μαρία την Σουλτάτου και τον Παναγιώτη τον Καραδημήτρη κι ένα πολύ καλό συγκρότημα με πολύ καλό ρεπερτόριο.
info: Βάρδια
Σερρών 15 & Φ. Μένου,
Κ. Τούμπα, T: 2310 942289
Τετάρτη 30 Απριλίου
Βασίλης Κατσίκης
Πώς προέκυψε η σεναριακή ιδέα; Η πρόταση έγινε από τους παραγωγούς μου πέρσι το χειμώνα, το να γράψω μια στρατιωτική κωμωδία με ήρωες γιωτάδες που θα συγκρούονται με σκληροτράχηλους λοκατζήδες. Έτσι ξεκίνησε η περιπέτεια της συγγραφής του σεναρίου που κράτησε αρκετούς μήνες.
Μετά το «CCTV», μια ταινία χαμηλού κόστους, πώς πέρασες σε μια μεγάλη παραγωγή; Το «CCTV» ήταν μια προσωπική ταινία, που μου πήρε 4 χρόνια να την ολοκληρώσω, με πολύ κόπο. Πήγε καλά στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 2004, παίρνοντας το Βραβείο της Πα-νελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματο-γράφου και ταξίδεψε σε ξένα Φεστιβάλ παίρνοντας καλές κριτικές σε μεγάλα περιοδικά και εφημερίδες (Variety- Guardian), παρόλα αυτά δεν βρήκε το δρόμο της στις αίθουσες. Ακόμα πιο ά-σχημο ήταν το γεγονός ότι δεν βρέθηκε διανομή ούτε στα βίντεο κλαμπ. Υπάρχει πάντα μια αμηχανία όταν μου ζητάει ο κόσμος να δει την ταινία και δεν μπορεί να τη βρει πουθενά. Αισθάνθηκα λοιπόν πολύ όμορφα όταν ξεκίνησα τα γυρίσματα του «Ι4» («Άι Φόρ»), ξέροντας ότι αυτή τη φορά η δουλειά μου θα φτάσει στο κοινό, καθώς ήταν εξασφαλισμένη η διανομή.
Πες μας μερικά λόγια για τους χαρακτήρες της ταινίας… Ο συνταγματάρχης Θεοφίλου αντιπροσωπεύει τον απόλυτο στρατοκράτη. Το ρόλο τον υποδύεται ο Γιώργος Κιμούλης, ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ηθοποιούς. Είχα τη χαρά να συνεργαστώ μαζί του και να δομήσουμε την παρανοϊκή προσωπικότητα του Θεοφίλου. Έχοντας χάσει κάθε αίσθηση του μέτρου ο συνταγματάρχης, μετατρέπει το απλό παιχνίδι stratego που παίζει με τον Τούρκο ομόλογό του Ομάρ, από τα χρόνια της εκπαίδευσης τους στη Νάπολη, σε ένα διαστροφικό παιχνίδι όπου τα πιόνια είναι οι ίδιοι οι φαντάροι τους.
Και οι υπόλοιποι; Οι πέντε Γιωτάδες που απαρτίζουν την ομάδα των Άι Φορ περιλαμβάνουν νομίζω όλους τους χαρακτήρες. Ο Άλκης για παράδειγμα, που τον υποδύεται ο Χάρης Μαυρουδής, είναι ο μορφωμένος, πολιτικοποιημένος νέος που συνειδητά απορρίπτει το στρατό. Υπάρχουν οι χαρακτήρες του Μίλτου και του Τεό (Πέτρος Λαγούτης και Στάθης Παναγιωτίδης) οι οποίοι είναι οι νέοι που έχοντας υποχρεώσεις πίσω τους, δεν θέλουν να αφήσουν τη ζωή τους για χάρη της στρατιωτικής θητείας. Υπάρχει ο χαρακτήρας του τρομαγμένου Θανάση, (Θανάσης Τσαλταμπάσης) ο οποίος δεν πιστεύει στον εαυτό του και στις δυνατότητές του και φοβάται την πίεση του στρατού. Τέλος, υπάρχει και ο πλούσιος καλομαθημένος Αλέξανδρος (Κώστας Φραγκολιάς), που στηρίζεται στα λεφτά και τις γνωριμίες του πατέρα του για να περνάει καλύτερα.
Τετάρτη 16 Απριλίου 2008
Ελένη Ράντου
Τι σε έκανε να θελήσεις να ανεβάσεις αυτό το έργο; Η μοντέρνα γραφή του. Η ματιά του Σίλβερ πάνω στη σύγχρονη πραγματικότητα που μοιάζει αμερικάνικη αλλά που δυστυχώς έχει γίνει και πολύ ελληνική. Και μια δική μου αλ-λόκοτη αίσθηση: να ζεσταίνεται το στομάχι μου όταν διαβάζω κάτι που νοιώθω ότι έχει αλήθεια!
Τι ακριβώς συμβαίνει σ’ αυτό το θεατρικό έργο του Νίκι Σίλβερ; Μια νύχτα. Αγρύπνια. Τρεις πυροβολισμοί. Ένας φόνος. Και έξι πρόσωπα που εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα σ’ αυτόν. Σχέσεις προσωπικές που δοκιμάζονται εξαι-τίας του φόνου. Σκουπίδια που βγαίνουν στην επιφάνεια μέσα απ’ τον εγωισμό των ηρώων. Ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Και ένας από μηχανής θεός που εμφανίζεται μέσα απ’ τα σκουπίδια... για να λυτρώσει.
Τι ρόλο παίζει η νυχτερινή εκπομπή ραδιοφώνου στην εξέλιξη της δράσης; Η νυχτερινή εκπομπή ήταν στοιχείο της διασκευής. Ένας ξεχασμένος εκφωνητής ραδιοφώνου αποφασίζει να κάνει μια μαραθώνια νυχτερινή εκ-πομπή, κρατώντας συντροφιά σ’ όλους τους τρελαμένους εκεί έξω που στριφογυρίζουν στο κρεβάτι τους. Μια μουσική επένδυση στο νυχτερινό συναίσθημα της πόλης και των ηρώων της.
Μίλησέ μας για το ρόλο σου. Πρόκει-ται για μια κωμικοτραγική φιγούρα, η Σίντνει, εθισμένη σε φάρμακα και ου-σίες κάθε τύπου που υπόσχονται λιγότερα κιλά, καλύτερο ύπνο, περισσότερη νεότητα, ίσως και κάποια ευτυχία... Ηθοποιός β’ διαλογής, πρωταγωνίστρια στη τηλεοπτική σαπουνόπερα «Ντακότα», ερωτευμένη θανάσιμα με έναν πολιτικά ενεργό ακτιβιστή, που της κλέβει μαζί με την οργάνωσή του όλα τα τρόπαια του πλούτου και του λάιφ στάιλ της, μια γυναίκα σε έντονη απόρριψη σε κάθε επίπεδο της ζωής της, μια γυναίκα έτοιμη για όλα... μέ-χρι και για φόνο!
Πόσο αναγνωρίσιμο είναι το σκηνικό ύφος του Σίλβερ σ’ αυτό το έργο σε σχέση με το επίσης γνωστό στην Ελ-λάδα θεατρικό του «Χοντροί άντρες με φούστες»; Στο «Χοντροί άντρες» οι ήρωες παρουσίαζαν κανιβαλισμό λό-γω μιας αεροπορικής τραγωδίας που τους καθήλωνε απομονωμένους σε μια βουνοκορφή. Στη «Νύχτα Ραδιο-φόνων», ο ίδιος κανιβαλισμός συμβαίνει μέσα στην πόλη. Μέσα στην απομόνωση των σπιτιών. Σ’ ένα περιβάλλον όπου μια απεργία οδοκαθαριστών έχει στριμώξει ανθρώπους και σκουπίδια με τρόπο ασφυκτικό.
Ποια στοιχεία της γραφής του Σίλβερ βρίσκεις να αφορούν ιδιαιτέρως το ελληνικό κοινό, πράγμα που αποδείχτηκε και εμπράκτως με την αθρόα προσέλευση του κόσμου για δύο συνεχόμενες σεζόν στην Αθήνα; Η πολύ βαθιά του παρατήρηση πάνω στη σύγχρονη παράνοια της πόλης. Πάνω στη ΝΕΑ ΤΑΞΗ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑΣ που φτιάχνει η μοναξιά μας, ο υλισμός κι ο εγωισμός μας. Για να είμαι όμως ειλικρινής, ποτέ δεν πίστευα ότι το ελληνικό κοινό θα αγκαλιάσει μ’ αυτό τον τρόπο αυτό το έργο που δεν χρυσώνει το χάπι, αντίθετα μας βάζει μπροστά σ’ ένα καθρέφτη και μας αναγκάζει να δούμε τον εαυτό μας όπως δεν θέλουμε να τον δούμε. Ίσως τελικά για μας τους Έλληνες να υπάρχει ακόμα ελπίδα...
Και στη συγκεκριμένη παράσταση, η σκηνοθεσία του Γιάννη Κακλέα, πώς τα φώτισε, πώς τα αντιμετώπισε σκηνικά αυτά τα ζητήματα; Με πολλή ειλικρίνεια και πολύ συναίσθημα. Και χωρίς ίχνος φόβου. Ο πιο δύσκολος δρόμος. Η παράσταση όλη είναι μια πορεία σε τεντωμένο σχοινί.
Το κλίμα στα καμαρίνια και τη δεύτερη χρονιά στο Θέατρο Διάνα ήταν το ίδιο όπως την πρώτη; Δεν βαριέσαι κάθε βράδυ την επανάληψη του έργου; Το συγκεκριμένο έργο δεν σου επιτρέπει να βαρεθείς. Ίσως να κουραστείς. Αλ-λά ποτέ να βαρεθείς. Κάθε βραδιά έχει μια μοναδικότητα που δεν μοιάζει με καμιά άλλη. Και κάθε αντίδραση του κοινού είναι τόσο διαφορετική που σίγουρα δεν πλήττεις. Ίσως να κινδυνεύεις από νευρικό κλονισμό. Πάντως όχι από βαρεμάρα ή πλήξη. Η πιο χαρακτηριστική ερώτηση θεατών δύο χρόνια τώρα είναι: «Πώς το κάνετε αυτό κάθε βράδυ; Πώς αντέχετε;». Με τέτοια εκτόνωση, το κλίμα στα καμαρίνια είναι το πιο ήρεμο που έχω ζήσει. Ίσως η δεύτερη χρονιά να πρόσθεσε λίγη σιγουριά, αλλά κατά τ’ άλλα η παράσταση κάθε βράδυ είναι μια έκπληξη και για μας και για το κοινό.
Γιατί οι άνθρωποι στις μέρες μας διακατέχονται από το σύνδρομο του ανικανοποίητου; Δεν ξέρω. Νομίζω ότι πάντα έτσι ήταν. Αυτό σε κάνει να πη-γαίνεις πιο κάτω. Τώρα ίσως μοιάζει να συμβαίνει περισσότερο γιατί οι βασικές ανάγκες είναι καλυμμένες και φαίνεται πιο αδικαιολόγητο. Κι ίσως οι πολλές επιλογές που έχουμε πια, να μη μας κάνουν πιο σοφούς, απλώς να μας κάνουν πιο αρπακτικούς και πιο χαοτικούς.
Υπάρχει μοναξιά στη ζωή σου και αν ναι, έχεις εφεύρει κάποιον αποτελεσματικό τρόπο να την αντιμετωπίσεις όταν σου χτυπάει την πόρτα; Τη μοναξιά τη φτιάχνει ο εγωισμός μας. Και είναι η αρρώστια της εποχής μας. Όταν αρχίσεις να αναρωτιέσαι αν αξίζει τον κόπο να δίνεις. Εμείς τη φτιάχνουμε τη μοναξιά μας, δεν υπάρχει πραγματικά! Είναι ένα φάντασμα που το ζωντανεύουμε για μην πούμε ότι αποτύχαμε. Μου χτυπάει και μένα τη πόρτα. Κάποιες φορές που την άφησα να με κυριεύσει έχασα την Ελένη. Δεν ξέρω πώς τη ξαναβρήκα, αλλά τώρα ξέρω ότι την έφτιαξα εγώ.
Πώς σκοπεύεις να περάσεις τον ελεύθερο χρόνο σου όσο θα βρίσκεσαι στη Θεσσαλονίκη; Τι έχεις κατά νου να κάνεις; Μακάρι να έχω ελεύθερο χρόνο! Θέλω να παίξω τάβλι σ’ όλα τα παραλιακά καφέ, να κάνω βόλτες στα μαγαζιά, να ψωνίζω, να κάνω ό,τι δεν προλαβαίνω στην Αθήνα. Και να τρώω με μέτρο γιατί κάθε φορά που ανεβαίνω πάνω παίρνω 5 κιλά!
Ποια τα επόμενα επαγγελματικά σου σχέδια; Πού θα σε δούμε του χρόνου; Ετοιμάζω μια σειρά με τίτλο «Εργαζό-μενη γυναίκα», αυτοτελή επεισόδια όπου σε κάθε ένα θα υποδύομαι έναν καινούριο χαρακτήρα, άλλου επαγγέλματος. Έχω ξεκινήσει ήδη τα γυρίσματα και το κάνω με πολύ κέφι γιατί η τόση εναλλαγή δεν μου επιτρέπει την πλήξη. Επίσης, το καλοκαίρι θα κάνω ταινία το θεατρικό μου έργο «Μαμά μην τρέχεις». Αν μετά απ’ αυτά επιζήσω, για τον χειμώνα θα δω τι θα κάνω!
info: «Νύχτες ραδιο-φόνων» του Νίκι Σίλβερ, σε μετάφραση - απόδοση Ελένης Ράντου και σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα. Παίζουν: Ελ. Ράντου, Β. Χαραλαμπόπουλος, Φ. Μουρατίδης, Β. Χριστοδουλίδου, Ορ. Αυγουστίδης, Μ. Ιατρόπουλος
(βλ. θέατρα)
Φλώρος Φλωρίδης
«Ελάχιστα αντιληπτές διαφορές»: γιατί αυτός ο τίτλος στις συγκεκριμένες βραδιές; Το ελάχιστα αντιληπτές διαφορές είναι η απόδοση στα ελληνικά του τίτλου μας ανεξάρτητης δισκογραφικής εταιρείας που είχα κάνει εικοσιπέντε χρόνια πριν, και ονομαζόταν j.n.d., δηλαδή «Just Noticeable Difference». Αυτό, είναι η μονάδα του ψυχοφυσικού νόμου έντασης του ήχου του Φέχνερ, δηλαδή ο πρόδρομος του db. Κι επειδή μου άρεσε αυτό το «μόλις αντιληπτές διαφορές», εννοιολογικά και από μονό του, το άφησα και σαν τίτλο σε αυτές τις μουσικές συναντήσεις.
Είναι βραδιές μουσικής βασισμένες στον αυτοσχεδιασμό; Ναι, οι μουσικές βασίζονται στον αυτοσχεδιασμό ο οποίος για μένα είναι μέθοδος μουσικής δημιουργίας, δεν είναι στιλιστικό είδος. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί κάποιος να κάνει αυτοσχεδιασμό στη σύγχρονη κλασική μουσική, στη τζαζ, στο ροκ, στην παραδοσιακή μουσική, οπουδήποτε. Η επιλογή των ανθρώπων που παίζουν σε αυτές τις βραδιές δεν έχει να κάνει με το είδος μουσικής που παίζουν, αλλά με τη διάθεσή και ικανότητά τους να αυτοσχεδιάσουν. Οι καταβολές τους, βέβαια, όταν παίζουν, ακούγονται.
Υπάρχει μια ασάφεια σε πολύ κόσμο για το τι σημαίνει αυτοσχεδιασμός. Κυρίως αφορά στο σε ποιο βαθμό αυτό που οι μουσικοί παρουσιάζουν επί σκηνής είναι προβαρισμένο, ετοιμασμένο; Αυτή η ασάφεια δεν υπάρχει μόνο στο κοινό, πολλές φορές υπάρχει και στους μουσικούς. Διότι εγώ νομίζω ότι αυτό που χρειάζεται σε μια σοβαρή προσπάθεια αυτοσχεδιασμού δεν είναι μόνο να κουνάμε τα δάχτυλα μηχανικά επάνω στο όργανο για να βγουν κάποιοι ήχοι, αλλά και να τους μορφοποιούμε-συνθέτουμε εκείνη τη στιγμή, ταυτόχρονα με αυτό που ακούμε από τους συναδέλφους μουσικούς γύρω μας. Και αυτό χρειάζεται αρκετή ειδική προετοιμασία, με κυριότερη το τι θέλω να το κάνω και πιστεύω ότι έχει νόημα. Πρέπει δηλαδή να το υπερασπιστώ αισθητικά. Όταν λοιπόν οι δημιουργοί αυτών των πραγμάτων δεν το έχουν ξεκαθαρίσει, πώς να περάσει μετά στο κοινό; Συν του ότι πολλές φορές μιλάμε σε δημοσιογράφους και λοιπό κόσμο και παγιώνεται αυτή η ασάφεια και με τη βούλα του γραπτού λόγου. Όλοι πια αυτοσχεδιάζουμε, θέατρο, λογοτεχνία, μουσική. Πριν από είκοσι χρόνια γελούσε ο κόσμος, τώρα περνάει λίγο μια περίοδος γκλάμουρους, για να είμαστε in αυτοσχεδιάζουμε. Για να κατασκευάσεις έναν ποιοτικό αυτοσχεδιασμό πρέπει να ξέρεις τι είσαι, τι είναι δομημένο μέσα σου, πόσο σοβαρά το θέλεις. Στη μουσική και γενικότερα, ως άνθρωπος. Αν δεν το ξέρεις, αυτό που βγάζεις θα είναι μπερδεμένο. Βέβαια εδώ γίνομαι και λίγο υπερβολικός. Επομένως για να απαντήσω στην ερώτηση μια και παρασύρθηκα, ναι, είναι προετοιμασμένο σε διαφορετικά επίπεδα. Αλλά είναι και λίγο παιχνίδι. Το θέμα είναι εμείς που παίζουμε αυτοσχεδιάζοντας να είμαστε έτοιμοι να δώσουμε μια μορφή, μια ηχητικά δομημένη κατάσταση με τέτοιο τρόπο που να πείσουμε ότι δεν γίνεται «του Κουτρούλη ο γάμος» -και αυτό καταφέρνεται πολλές φορές ούτως, ώστε το κοινό από την άλλη μεριά να μπορεί να αντιληφθεί ότι εδώ κάτι συμβαίνει και να το εκτιμήσει αντίστοιχα.
Είσαι από τους πρώτους που ασχολήθηκαν στην Ελλάδα με τον αυτοσχεδιασμό στη σύγχρονη μουσική; Ναι, με την έννοια του μοντέρνου αυτοσχεδιασμού στη τζαζ, μαζί με τον Σάκη Παπαδη-μητρίου. Γιατί αυτοσχεδιασμός υπάρχει σε οποιαδήποτε μουσική δημιουργία από τότε που υπάρχει μουσική. Δεν έχουμε άλλο τρόπο να κάνουμε μουσική. Αυτό που ξεκινήσαμε εμείς ήταν η σύγχρονη μορφή αυτοσχεδιασμού μέσα από την τζαζ, τη free τζαζ, γιατί είχαμε τέτοιες καταβολές.
Υπάρχει μια σταθερή δομή στο πρόγραμμά σας; Υπάρχουν δύο μέρη. Στο πρώτο παίζουν ένα ντουέτο ή ένα τρίο μουσικών. Είναι ένα μικρό πάλκο άρα υπάρχουν κάποιοι περιορισμοί. Δεν γίνεται, ας πούμε να παίξει ένας ντράμερ με ένα μεγάλο σετ, ούτε ένα πιάνο. Στο δεύτερο μέρος παίζει μαζί τους ένας γκεστ, και όπως είπαμε και παραπάνω, συνήθως είμαι εγώ, αλλά επίσης μπορεί να είναι κάποιος άλλος μουσικός. Κάποιος μπορεί να πει, ξέρεις θα ήθελα να παίξεις ένα κομμάτι μαζί μας και σε άλλο κομμάτι να ‘ρθει κι ένας φίλος μας. Το πρόγραμμα, το τι θα παίξουν δεν έχει να κάνει με μένα, παίζουν με τον τρόπο που έχουν επιλέξει εκείνη την βραδιά, αρκεί αυτό που θα κάνουν να έχει μέσα του και αυτοσχεδιαστική δημιουργία, εκείνης της χρονικής στιγμής δηλαδή.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό του προγράμματος είναι ότι ξεκινάει νωρίς; Είναι πολύ βασικό αυτό. Θέλουμε να αρχίζουμε στις εννέα, το πολύ-πολύ εννιάμιση διότι υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι θέ-λουν την άλλη μέρα να πάνε στις δουλειές τους ή τέλος πάντων δεν θέλουν να ξενυχτήσουν..
Ποιος είναι ο κυρίως λόγος για τον οποίον ήθελες να γίνουν αυτές οι βραδιές; Κατ’ αρχάς αυτό που σκεφτόμουν είναι ότι όλη αυτή η κατάσταση του μουσικού αυτοσχεδιασμού έχει πάρα πολύ ισχνή παρουσία στην πόλη. Δεύτερον, δεν εκτιμάται δεόντως, δηλαδή αυτό που νιώθει ο μουσικός είναι κάτι σαν να του λένε «Αυτοσχεδιάζεις, καλά, θα σε πληρώνουμε κιόλας; Εσύ πρέπει να μας πληρώνεις για να σε ακούμε». Τρίτον, είχα και λίγο ελεύθερο χρόνο αυτήν την περίοδο και είπα ας το κάνω. Έτσι ξεκίνησα αυτές τις βραδιές τον Δεκέμβριο, αλλά φρίκαρα, απογοητεύτηκα και αποφάσισα να το σταματήσω. Κάποιοι φίλοι όμως θέλησαν να βοηθήσουν και έτσι πιλοτικά ξεκίνησε η δεύτερη περίοδος για τον Απρίλιο και τον Μάιο. Σιγά-σιγά δε, οργανωνόμαστε και σε λίγο θα εμφανιστούμε και περισσότερο «επίσημα». Ακούγεται δραματικά αυτό αλλά αναφέρεται και με λίγο σαρκαστικό τρόπο.
Για όλα αυτά υπάρχει κοινό, γενικά στην Ελλάδα, ειδικά στη Θεσσαλονίκη; Εγώ νομίζω για όλα αυτά υπάρχει και κοινό και διάθεση. Μικρό, αλλά υπάρχει. Ένας σημαντικός λόγος για το ότι χάνεται αυτό, έχει να κάνει και με το ότι υπάρχει ένα μπέρδεμα για το ποιος αυτοσχεδιάζει, τι είναι αυτοσχεδιασμός. Δεν έχει τη σοβαρότητα μιας προσπάθειας σοβαρής δημιουργίας. Δεύτερον, αν αυτό πρέπει να πληρώνεται. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι είναι εργασία και μάλιστα σοβαρή και επίπονη. Τρίτον, θεωρείται σαν κάτι δύ-σκολο αισθητικά κι αυτό εγώ προσωπικά το θεωρώ λάθος, άρα χρειάζεται ένα ευρύτερο πολιτιστικό, πολιτισμικό επίπεδο για να λειτουργήσει και έτσι μόνο μικροί πυρήνες λειτουργούν.
info: Πριγκηπέσσα
Φιλικής Εταιρείας 5 (περιοχή Λευκού Πύργου)
Τ: 2310 273542
Κάθε Δευτέρα, ώρα έναρξης: 21.00
Τιμή εισόδου (χωρίς ποτό): 10
Θάνος Σαμαράς
Πώς πρωτοήρθες σε επαφή με το «Valse sentimentale»; Πριν δυο χρόνια, η Κωνσταντίνα Βούλγαρη ήρθε σε ε-παφή μαζί μου για να μου προτείνει τον ρόλο του Σταμάτη. Μόλις είχα κάνει το «Delivery» και επιθυμούσα να δουλέψω σε μια ταινία όπου θα ήμουν κάτι παραπάνω από ένα ξόανο που θα ακολουθούσε τυφλά οδηγίες (όπως ήταν η περίπτωση του «Delivery»). Κατάλαβα ότι με την Κωνσταντίνα θα μπορούσαμε να έχουμε μια ολοκληρωμένη συνεργασία και ένιωσα ότι με εμπιστευόταν, το οποίο είναι πάντα μια μεγάλη πηγή ενέργειας και έμπνευσης. Όπως κι έγινε.
Υπήρχε αυτοσχεδιασμός σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη των διαλόγων; Όποιοι διάλογοι προέκυψαν από αυτοσχεδιασμό, καταγράφηκαν στο σενάριο κατά το στάδιο των προβών. Στο γύρισμα αυτά που λέγαμε και κάναμε ήταν σχεδόν κατά γράμμα βάσει σεναρίου. Φαντάζομαι το ύφος της ταινίας δίνει την εντύπωση ε-νός μεγάλου αυτοσχεδιασμού, αλλά όχι, ήταν σχεδόν όλα προαποφασισμένα.
Λες πως είσαι περισσότερο περήφανος για αυτήν την ταινία από οποιαδήποτε άλλη έχεις κάνει στο παρελθόν. Τι την κάνει για σένα τόσο ξεχωριστή; Νομίζω είναι ένας συνδυασμός της ιδέας της συνεργασίας με την Κωνσταντίνα και την Λουκία που ήταν πολύ ευτυχής και αλληλοσυμπληρωματική και επίσης το νιώθω πως επιτέλους αρχίζω να ωριμάζω λίγο ως ηθοποιός.
Υπάρχουν κάποια γενικότερα, συγκεκριμένα κριτήρια με τα οποία επιλέγεις τους ρόλους σου; Υπάρχουν και γενικά και συγκεκριμένα κριτήρια. Προσπαθώ να μην αποτελεί ο ρόλος, μεμονωμένα, το βασικό κριτήριο, ακόμα κι αν αισθάνομαι πως θα μπορούσα εν δυνάμει να τον κάνω καλά ή πως θα με βάλει σε πολύ δελεαστικές διαδικασίες. Ο σκηνοθέτης και οι συμπρωταγωνιστές είναι το βασικό κριτήριο. Υπάρχουν ηθοποιοί με τους οποίους αρνούμαι να συνεργαστώ, συνήθως λόγω της δουλειάς τους στην τηλεόραση. Με ενοχλεί που στην Ελ-λάδα η συνέπεια στις επιλογές ενός καλλιτέχνη ή ηθοποιού δεν αποτελεί ζήτημα. Για μένα έχει τεράστια σημασία.
Έχεις πει πως μετά την προβολή της ταινίας, σε πλησίασε κάποιος για να σου προσφέρει έναν παρεμφερή ρόλο. Πώς το εξηγείς αυτό; Σε προβληματίζει; Με προβληματίζει περισσότερο που στην Ελλάδα σπανίως γίνονται ταινίες με ευφάνταστα, πρωτότυπα και γοητευτικά θέματα. Θα ‘θελα πολύ να κάνω ένα γουέστερν ή μια ταινία επιστημονικής φαντασίας, ή ένα μεταφυσικό θρίλερ ή ένα σπλάτερ τύπου Αρτζέντο, να σπάσει λίγο η μονοτονία. Όμως η επόμενή μου ταινία θα γυριστεί στις εργατικές κατοικίες του Φοίνικα στη Θεσσαλονίκη τον Οκτώβριο και θα είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα περιπέτεια για μένα να γνωρίσω αυτόν τον κόσμο. Πρόκειται για ένα ωραίο οικογενειακό δράμα σε σκηνοθεσία του Σύλλα Τζουμέρκα, τον οποίο εκτιμώ αφάνταστα.
Θάνος Αναστόπουλος
Η ταινία σου είναι εμπνευσμένη από τα όσα συνέβησαν στον αγώνα Αλβανίας - Ελλάδας πριν από μερικά χρόνια. Το συγκεκριμένο γεγονός είναι η αφορμή για να ξετυλιχτεί η ταινία αλλά από εκεί και πέρα τίποτε απ’ όσα γίνονται στην ταινία δεν έχει σχέση με τα πραγματικά γεγονότα. Η ταινία αυτή είναι μια αφορμή για να αντιμετωπίσω σήμερα το πώς διαμορφώνεται η εθνική ταυτότητα και πώς αντιμετωπίζεται σήμερα σε μια κοινωνία μεταναστών, 34 χρόνια μετά τη μεταπολίτευση, το τρίπτυχο «Πατρίς Θρησκεία Οικογένεια».
Μία κριτική που άκουσα ήταν πως δεν είναι δυνατόν να συμβαίνουν αυτά τα πράγματα και πως δεν μπορεί η γυναίκα να περιθάλπει το φονιά του άνδρα της. Θα ήθελα να το σχολιάσεις. Άβυσ-σος η ψυχή του ανθρώπου, είτε είναι ο χαρακτήρας μιας ταινίας είτε ο δημιουργός της είτε ο θεατής. Η ζωή μπορεί να είναι πολύ περισσότερο απρόβλεπτη και περίπλοκη απ’ όσο νομίζουμε. Σαν γενική κατεύθυνση πάντως θα έλεγα ότι αυτή η γυναίκα έχει να επιλέξει ανάμεσα στην εκδίκηση, στη συνέχεια ενός κύκλου αίματος και στη βαθιά ματαίωση που δημιουργεί η αίσθηση ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα για να αλλάξουμε το παρελθόν. Επίσης δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σε φαντασιακό επίπεδο συχνά αναπτύσσεται μια σαδομαζοχιστική ερωτική σχέση ανάμεσα στο θύμα και το θύτη. Δεν μ’ αρέσει ν’ αναφέρομαι στη συγχώρεση γιατί μου φαίνεται μια έννοια πολύ φορτισμένη κυρίως στη θρησκευτική της διάσταση. Στην ταινία η έμφαση δίνεται περισσότερο στο σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Πιστεύεις πως το θέμα του ρατσισμού είναι κάτι που πρέπει να απασχολήσει τον κινηματογράφο μας; Η εικόνα της κοινωνίας θα πρέπει να απασχολεί τον κινηματογράφο αλλά αυτό από μόνο του δεν είναι αρκετό. Θα πρέπει να βρίσκεται επίσης και ο τρόπος εκείνος που μπορεί να κάνει αυτή την πραγματικότητα εναργή στα μάτια του θεατή μεταδίδοντάς του ένα γνήσιο αίσθημα. Ο κινηματογράφος, είτε μας αρέσει είτε όχι, είναι αντανάκλαση της κοινωνίας και του πολιτισμού μας.
Η ταινία τιμήθηκε με το Γ’ Κρατικό Βραβείο Καλύτερης Ελληνικής Ταινίας και το Βραβείο Σεναρίου στο τελευταίο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Τι σημαίνουν για σένα τα βραβεία; Μια ευκαιρία για πρόσβαση σε περισσότερα στρώματα του πληθυσμού που ενδιαφέρεται για τον κινηματογράφο και μια δικαίωση για τους συνεργάτες μου που κατέβαλλαν κάθε δυνατή προσπάθεια με μειωμένες αμοιβές για την ολοκλήρωση αυτής της ταινίας. Τόσο οι βραβεύσεις, όσο και η πορεία της ταινίας σε ξένα φεστιβάλ είναι μια επιβράβευση των κόπων τους. Ταυτόχρονα μπορεί να σημαίνει ότι πρόκειται για μια ταινία της οποίας το θέμα κι ελπίζω η γραφή κατάφερε να συγκινήσει μια μερίδα θεατών.
British Council / Μια νέα κατεύθυνση για την Ευρώπη που αλλάζει
Με τη θεματική ενότητα «Ανοιχτή Ευρώπη» το British Council υποστηρίζει το Διαπολιτισμικό Διάλογο για την ανάπτυξη σχέσεων εμπιστοσύνης ανάμεσα στους πολίτες της Ευρώπης. Στο πλαίσιο αυτό, ξεκινά μια σειρά προγραμμάτων με θέμα τη μετανάστευση και την πολιτισμική διαφορετικότητα και ποικιλομορφία. Η ενότητα «Δη-μιουργική Ευρώπη» (στην οποία εντάσσονται οι καλλιτεχνικές δραστηριότητες και το πρωτοπόρο πρόγραμμα για την επικοινωνία της επιστήμης στο ευρύ κοινό) εξετάζει τις σημαντικότερες αλλαγές στη πνευματική και καλλιτεχνική ζωή της Ευρώπης, και πα-ράλληλα έχει στόχο να εμπνεύσει και να ενθαρρύνει την προσέγγιση της επιστήμης με νέους διαδραστικούς και πρωτότυπους τρόπους. Στην ενότητα η «Ευρώπη στον Κόσμο» δουλεύει στην κατεύθυνση της αφύπνισης των πολιτών σχετικά με τις Κλιματικές Αλλαγές και την ασφάλεια σε θέματα ενέργειας, και δραστηριοποιείται στη δημιουργία δικτύων επικοινωνίας ανάμεσα σε πολίτες, οργανισμούς και κοινότητες, με σκοπό να κάνουμε α-κόμη πιο ισχυρή τη φωνή της νέας γενιάς Ευρωπαίων στον κόσμο. Τέλος, στην ενότητα «Ανταγωνιστική Ευρώ-πη» ανήκει ένα μεγάλο κομμάτι των δραστηριοτήτων του British Council που αφορά στην εκπαίδευση -μέσα από τις υπηρεσίες εκπαιδευτικών πληροφοριών και μεταφράσεων- τη διδασκαλία και τις εξετάσεις αγγλικής γλώσσας, το πρόγραμμα απόκτησης δεξιοτήτων στον εργασιακό χώρο και τη δράση σε σχέση με την ποιότητα στην ανώτατη εκπαίδευση.
Έτσι, το έργο του British Council μετατοπίζεται στις πολυμερείς σχέσεις και σε μακροπρόθεσμα προγράμματα που αφορούν ένα ευρύτερο φάσμα χωρών και εταίρων. Αναδιαμορφώνει τις υπηρεσίες του και χρησιμοποιεί περισσότερο την τεχνολογία, μεταφέροντας τις συνεργασίες και τις υπηρεσίες του από το χώρο του προς όλους εμάς.
Τετάρτη 9 Απριλίου 2008
Συνέντευξη με τον Θοδωρή Γκόνη
Πότε και πώς ήρθε η πρώτη σου στιχουργική υπογραφή σε τραγούδι; Το 1987
με τον Νίκο Ξυδάκη στο δίσκο «Κοντά στη δόξα μια στιγμή». Τυχαία όπως
όλα τα πράγματα και χωρίς πολλή σκέψη, ευτυχώς…
Ασχολιόσουν ήδη γενικά με το γράψιμο πριν; Όχι, δεν υπήρχε τίποτε πριν,
το ένα έφερε το άλλο, τρώγοντας έρχεται η όρεξη. Υπήρχε πολύ διάβασμα
όμως και άκουσμα πολύ…
Ως άνθρωπος του θεάτρου πώς μπήκε μέσα σου το «μικρόβιο» της
στιχουργικής σε τραγούδια και όχι για θεατρικά κείμενα; Έχω κάνει και μερικές απόπειρες για θέατρο, θεατρικούς μονολόγους που έχουν παιχτεί κιόλας, με τον Γιώργο Ανδρέου στο Μέγαρο και με την Όλια Λαζαρίδου στους Δελφούς…
Μιλώντας για τις νέες παραγωγές τραγουδιών, πώς βλέπεις σήμερα το στίχο
μέσα στο τρίπτυχο που αποτελεί μαζί με τη μουσική και την ερμηνεία;
Υπάρχουν σίγουρα καλοί στιχουργοί και καλά τραγούδια, αναλογικά βέβαια όχι πολλά, αλλά δέκα - δεκαπέντε τραγούδια γράφονται κάθε χρόνο καλά και δεν είναι λίγο για μένα αυτό. Βεβαίως, δεν μιλάω για το τραγούδι της άλλης πλευράς που δεν θα ήθελα να σχολιάσω εγώ, γιατί θα ήταν και ανόητο, καλώς κάνουν και υπάρχουν αφού δεν ενοχλούν και κανέναν από
εδώ. Στην πλευρά λοιπόν, των τραγουδιών που αγαπάμε εμείς, κυριαρχεί πολλές φορές στο στίχο ένα θέμα για τραγούδι, όχι τραγούδι αυτό καθαυτό, σαν να περιγράφω αυτό που θέλω να πω, να το υποδεικνύω…
Τι είναι λοιπόν, τραγούδι; Δεν μπορείς να πεις γιατί το ακούς. Τραγούδι είναι κάτι που συνεχώς κρύβει για να φαίνεται. Αν το δεις παύει να είναι, όπως τα παλιά σπουδαία λαϊκά τραγούδια, τα ρεμπέτικα ή ένα σπουδαίο ποίημα που κρύβει ένα καλό τραγούδι.
Τι ακριβώς δίνει η παράσταση «Έχω άνθρωπο»; Είναι μια παράσταση που εγώ την αγάπησα πάρα πολύ γιατί συναντήθηκα με έναν φίλο που ήταν φίλος και πριν, τον Κώστα τον Λειβαδά και μια σπουδαία τραγουδίστρια, την Γιώτα την Νέγκα. Είναι τραγούδια που γράφτηκαν τουλάχιστον από το 2000 έως και το 2006, έξι χρόνια σχεδόν, δεν είναι τραγούδια που γράφτηκαν σε ένα καλοκαίρι. Γραφόταν σιγά-σιγά, και ταυτόχρονα έχει και κείμενα. Το κάθε κείμενο αναφερόταν σε ένα τραγούδι και το κάθε τραγούδι αναζητούσε
ένα κείμενο. Ταυτόχρονα, ζητούσαμε και μια σπουδαία φωνή που ήταν η Γιώτα η Νέγκα και είμαστε πολύ ευτυχείς, γιατί είναι από τις τελευταίες σπουδαίες λαϊκές τραγουδίστριες. Η δουλειά του Κώστα του Λειβαδά είναι πολύ καλή, συνεργάζομαι με έναν πολύ νεότερο συνθέτη και χάρηκα πολύ γιατί παρ’ όλη τη διαφορά ηλικίας συνομιλήσαμε αρκετά καλά.
Τι αποκόμισες από τις παραστάσεις στην Αθήνα; Πήγε πάρα πολύ καλά στην Αθήνα και δυστυχώς κατέβηκε σχετικά γρήγορα, αφού ήταν προγραμματισμένες και άλλες εκδηλώσεις στον ίδιο χώρο στην Πλάκα, παρ’ όλη τη μικρή παράταση που πήραμε. Μετά κάναμε μια μικρή πανελλαδική περιοδεία σε χώρους επιλεγμένους. Κάναμε μια παρουσίαση του δίσκου
πέρσι στην Αθήνα και φέτος ερχόμαστε Θεσσαλονίκη που θέλαμε από πέρσι, αλλά δυστυχώς δεν έβγαιναν οι ημερομηνίες. Μαζί μας είναι και η ηθοποιός η Σύρμω η Κεκέ, ενώ είχαμε και τα φώτα του Δήμου του Αβδελιώδη στην Αθήνα. Είναι ωραίο που ο δίσκος βγήκε αφού είχαν περπατήσει και ακουστεί τα τραγούδια…
Γεννήθηκε κάτι καινούριο μετά από αυτό; Φυσικά, όταν κάτι πάει καλά σου γεννάει καινούρια πράγματα, όπως η δουλειά που έγινε με τον Γιώργο τον Ανδρέου και την Ελένη Τσαλιγοπούλου μετά που τη σχεδίασα με τη ζεστασιά και τη θέρμη που είχα από το «Έχω άνθρωπο». Και συζητάμε και άλλα πράγματα ανάλογα…
Η πολυπραγμοσύνη σου σε δραστηριότητες, σε χρόνους και σε τόπους, δεν αποβαίνει σε βάρος του ποθητού σου αποτελέσματος; Δεν νιώθω και αρχιτέκτονας, έχω τα γραψίματά μου, τα διαβάσματά μου και το θέατρο. Είναι η τούμπα του ενός και του άλλου. Όλα δίνουν χαρά, μπορείς να το έχεις δίπορτο και όταν σε μαλώνει ο ένας, να τρέχεις στον άλλο, είναι και λίγο πονηρό, παιδική πονηρία όμως, μη φανταστείς κάτι άλλο… Και ο
ένας και ο άλλος ξέρει περί τίνος πρόκειται… Έχουν το κλειδί που ξεκλειδώνουν τις πόρτες…
Και ποιο το μεγαλύτερο ανθρώπινο «κέρδος» σου από την τέχνη, από τη δημιουργία; Κυρίως ότι αποκτάς κάποιους φίλους πολύ σοβαρούς και ότι καταλαβαίνεις ότι με τους φίλους σου πρέπει να είσαι αρκετά πιο ανοικτός, δηλαδή να δίνεις τα τραγούδια στους φίλους σου και να μην περιμένεις να πάρεις τίποτε πίσω… Αυτό και μεταφορικά και κυριολεκτικά, και ας το ακούσουν και πολλοί εδώ…
Πρόσφατα ανέλαβες και την καλλιτεχνική διεύθυνση του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Σερρών…
Έχω την πρόσφατη εμπειρία από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. του Αγρινίου. Είναι μια κρίσιμη εμπειρία για όλα τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., δεν διαφέρει to ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. των Σερρών. Οι άνθρωποι επιθυμούν το θέατρο να προχωρήσει και θα κριθούμε όλοι από τα αποτελέσματά μας. Αν εργαστούμε σωστά, όλο και θα βγούμε κάπου…
Τι καινούριο ετοιμάζεις αυτόν τον καιρό; Κάνουμε καινούρια τραγούδια με τον Γιώργο τον Ανδρέου για τον καινούριο δίσκο της Ελένης Τσαλιγοπούλου που γράφουν μουσικές και ο Κώστας ο Λειβαδάς και ο Σταμάτης ο Κραουνάκης. Θα έχω αρκετά τραγούδια κι εγώ σε αυτόν το δίσκο. Επίσης, ετοιμάζουμε και κάποια τραγούδια με τον Παντελή τον Θαλασσινό που τα μελοποιεί και έχω και αγωνία για αυτά…
info: «Αίγλη - Γενί Χαμάμ»
Αγ. Νικολάου 3 και Κασσάνδρου,
T: 2310 270016
Παρασκευή 11 και Σάββατο 12/4 Ώρα έναρξης: 22.30
Είσοδος με ποτό: 20
Συνέντευξη με την 'Αννα Παναγιωτοπούλου
Πρωταγωνιστεί στην παράσταση «Η θεία απ’ το Σικάγο» που αποδόθηκε για το θέατρο από το σενάριο του Αλέκου Σακελλάριου και σκηνοθέτησε ο Πέτρος Φιλιππίδης, όπου η ίδια ερμηνεύει το ρόλο που είχε στη γνωστή ταινία η Γεωργία Βασιλειάδου…
Αν και αυτή η κριτική δεν φαίνεται στην ταινία ως σημείο αιχμής… Ε, δεν μπορούσες σε μια ταινία του 1957 να κάνεις ανοιχτή κριτική, γιατί το έργο κάνει κριτική, όταν -ας πούμε- η θεία διώχνει τις αντίκες από το σπίτι και βάζει τις φορμάικες, δηλαδή μοντερνιές, λοξά έπιπλα, ή ο τρόπος που επιλέγει τους γαμπρούς για τα κορίτσια με βάση του αν είναι
γιατρός, δικηγόρος, μηχανικός, χωρίς να την ενδιαφέρει αν αυτός είναι καλός άνθρωπος, κακός ή ηλίθιος… Θέλω να πω πως αυτή είναι μια καπατσοσύνη αμερικάνικη που τότε δεν είχε να κάνει με τα ελληνικά δεδομένα -όπως ο Έλληνας πατέρας που το ψάχνει πολύ σε τι είδους άνθρωπο θα δώσει τα κορίτσια του. Θέλω να πω ότι ο Σακελλάριος κάνει κριτική, μόνο που την κάνει πολύ έμμεσα.
Περισσότερο πάντως μου έχει μείνει από την ταινία ότι κάνει κριτική στον παραδοσιακό Έλληνα που δεν θέλει να εκσυγχρονιστεί… Και στα δύο κάνει κριτική, αφού τα εμφανίζει και τα δύο τραβηγμένα στα άκρα, αυτό σημαίνει ότι τα κριτικάρει.
Επειδή ο Πέτρος Φιλιππίδης, που έχει σκηνοθετήσει αυτήν την παράσταση, πρωταγωνιστεί σε μια άλλη παράσταση, που προέρχεται επίσης από μια παλιά κινηματογραφική κωμωδία πολύ δημοφιλή, τον «Μπακαλόγατο» αναρωτήθηκα αν υπάρχει κάποια σύνδεση… Ο Πέτρος παίζει φέτος στον «Μπακαλόγατο» -ο οποίος είναι του Γιαννακόπουλου και όχι του Σακελλάριου- ενώ εμείς τη «Θεία από το Σικάγο» την ξεκινήσαμε πέρσι… Δεν μπορώ να σας απαντήσω στο γιατί ο Πέτρος επέλεξε να κάνει αυτό το
έργο, αλλά η δική μου αίσθηση -είναι μόνο δική μου όμως- είναι ότι γοητεύτηκε τόσο πολύ όταν κάναμε αυτό το έργο… όλοι γοητευτήκαμε πάρα πολύ, αλλά πραγματικά ο Πέτρος έχει κάνει τόση δουλειά με τόση αγάπη, με τόση συγκίνηση, με τόσο νοιάξιμο γι’ αυτήν την εποχή: για το παλιό σινεμά, ας πούμε… Πλησίασε λοιπόν αυτό το πράγμα με εξαιρετική ευαισθησία κι έτσι υποψιάζομαι ότι μπορεί να είναι αυτός ο λόγος για την επιλογή μετά του «Μπακαλόγατου».
Το λέω αυτό γιατί, επειδή έχω δει την ταινία άπειρες φορές κι έχω ταυτίσει απόλυτα το ρόλο με τον Κώστα Χατζηχρήστο, όταν είδα σε κάποιες στιγμές στην τηλεόραση τον Πέτρο Φιλιππίδη να παίζει το ρόλο κάπως μου κακοφάνηκε… Ε τότε σε μας θα σας κακοφανεί ακόμα περισσότερο, γιατί εγώ -ακόμα και να ήθελα- δεν θα μπορούσα να έχω καμία σχέση με την Γεωργία Βασιλειάδου, δηλαδή εκείνη είχε τελείως άλλους κώδικες υποκριτικής και άλλη προσέγγιση του ρόλου από μένα, οπότε… Το παίζουμε και όλο το έργο τελείως διαφορετικά, ας πούμε τα κορίτσια είναι αλλιώς, χορεύουνε, τραγουδάνε…
Στα κορίτσια δεν θα με πείραζε και να ήταν αλλιώς, αλλά στους ρόλους που παίζουν στην ταινία η Γεωγία Βασιλειάδου και ο Ορέστης Μακρής, τη θεία και τον πατέρα δηλαδή, θα είχα ένα κόλλημα… Και δεν θα είχατε και άδικο, αλλά εγώ είμαι αλλιώς και η αίσθηση που μου έδωσε αυτή η παράσταση αυτά τα δύο χρόνια που την παίζουμε είναι ότι ο κόσμος λέει «αχ τι ωραία, δεν μου θυμίζει τίποτα».
Στην υποκριτική ενός τέτοιου ρόλου τώρα, τόσο ταυτισμένου με κάποιον άλλον ηθοποιό, δεν παίζει να πετάξεις μια στις τόσες κάποιες μιμήσεις σαν αναφορές στην Βασιλειάδου; Α όχι, σε καμιά περίπτωση… Τότε παύει να είναι άνθρωπος, δηλαδή ρεαλιστικός ρόλος αυτός που ερμηνεύεις. Η δική μου οπτική είναι εντελώς άλλη από της Βασιλειάδου… Ο ίδιος ρόλος είναι, αλλά ένας ρόλος δεν είναι ένα πράγμα, έχει πολλές προσεγγίσεις, από πολλές πλευρές μπορείς να τον αντιμετωπίσεις… Έχω την αίσθηση όμως ότι με το δικό μου τρόπο δεν τον προδίδω το ρόλο, και δεν προδίδω και την Γεωργία Βασιλειάδου, γιατί η Γεωργία Βασιλειάδου έκανε ένα καταπληκτικό πράγμα, που θα ήταν ένα τεράστιο λάθος και για μένα και για κείνη το να την μιμηθώ… Κάνω κάτι άλλο, το οποίο ο κόσμος που το έχει δει μέχρι τώρα δεν έχει προβληματιστεί… Τώρα εσείς, όταν έρθετε να το δείτε θα μου πείτε… Αλήθεια θέλω να έρθετε να μου πείτε.
Βεβαίως, γιατί το έχω μεγάλη απορία… Πάντως ο κόσμος που έρχεται να το δει προφανώς δεν έρχεται για να μάθει την υπόθεση του έργου, που μάλλον την ξέρει απ’ έξω κι ανακατωτά… Ε όχι, το ξέραμε αυτό, και γι’ αυτό -παρόλο που κρατήσαμε τις σκηνές και τους διαλόγους όπως ήταν στην ταινία-, πλουτίσαμε την παράσταση με τραγούδια της εποχής, με αναφορές στο γενικό κλίμα εκείνης της εποχής, το κάναμε περισσότερο θεαματικό…
(Στο σημείο αυτό χτύπησε το κινητό τηλέφωνο της κυρίας Παναγιωτοπούλου, μου ζήτησε συγνώμη και απάντησε. Η συνομιλία ήταν κάπως έντονη και το έκλεισε απότομα, εκνευρισμένη. Προσπάθησα να συνεχίζω…)
Παρόλα αυτά ο κόσμος -φαντάζομαι- γελάει στα κωμικά σημεία… Ο κόσμος μέχρι τώρα γελάει σε όλο το έργο -τόσο που δεν το περιμέναμε… Δηλαδή εμένα δεν μου φαινόταν και τόσο αστείο ως έργο -ίσως γιατί ασχολήθηκα και πάρα πολύ με αυτό, δεν ξέρω… Ίσως δεν μπορώ να δω πόσο αστείο είναι…
(Μου φάνηκε πως -μετά το τηλεφώνημα- απαντούσε πια αφηρημένη κι έτσι διέκοψα τη συνέντευξη εδώ και την ευχαρίστησα…)
info: «Η θεία απ’ το Σικάγο» του Αλέκου Σακελλάριου σε σκηνοθεσία Πέτρου Φιλιππίδη στο θέατρο Κολοσσαίον
Συνέντευξη με τον Μοναχό Επιφάνιο
Εκατόν είκοσι έξι συνταγές, οι πλέον αντιπροσωπευτικές απ’ όσες συ-νηθίζουν οι μοναχοί του Αγιωνύμου Όρους, περιλαμβάνονται στο βιβλίο του «Μαγειρική Αγίου Όρους», που με αφορμή αυτό συζητάμε εδώ και για μια άλλη διάσταση -όχι τόσο και μόνο υλική- στις διατροφικές μας συνήθειες
Εκεί, πώς ασχοληθήκατε με τη μαγειρική; Εμένα, για να σου πω, το φαγητό μου αρέσει, είμαι καλοφαγάς. Αν δεν σου αρέσει το φαγητό, δεν μπορείς να μαγειρέψεις. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν τους αρέσει το φαγητό, είτε φάνε είτε δεν φάνε, δεν μπορούν να βρουν διαφορά. Αυτοί δεν μπορούν να γίνουν μάγειρες, αν δεν έχεις μεράκι να βρεις το καλό φαγητό, τα καλά υλικά, δεν μπορείς να μαγειρέψεις και καλό φαγητό. Πρέπει να έχεις και προσωπικό ενδιαφέρον για να το κάνεις. Γενικά μ’ αρέσει να ασχολούμαι με την κουζίνα. Κάποια στιγμή, στην Iερά Mονή του Aγίου Παύλου όπου ήμουν στην αρχή, με βάλανε βοηθό και σιγά-σιγά, μετά από τρία τέσσερα χρόνια ανέλαβα υπεύθυνος μάγειρας και μαγείρευα για τα επόμενα οκτώ χρόνια κάθε μέρα για ογδόντα άτομα. Και ρωτώντας δεξιά κι αριστερά, δοκιμάζοντας και επειδή μου άρεσε και να μαγειρεύω έμαθα την τέχνη αυτή καλά. Πάντως είναι σημαντικό να σε ενδιαφέρει να ευχαριστήσεις τους άλλους.
Γιατί γράψατε το βιβλίο «Μαγειρική Αγίου Όρους»; Ήθελα να μεταφέρω κάτι απ’ όσα έζησα 35 χρόνια στο Αγιασμένο Όρος μαγειρεύοντας. Και πιστεύω ότι αυτή η διατροφή δεν απέχει πολύ από την μαγειρική των προγόνων μας, την παραδοσιακή ελληνική κουζίνα.
Η παραδοσιακή Αγιορείτικη κουζίνα επηρεάζεται καθοριστικά από τις νηστείες; Ναι, γενικά οι μοναχοί στο Άγιον Όρος δεν τρώνε κρέας. Γι’ αυτό και στο βιβλίο δεν υπάρχουν συνταγές φαγητών με κρέας. Υπάρχουν περίοδοι νηστείας, όπως τώρα την Σαρακοστή, από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι το Πάσχα, όπου οι μοναχοί δεν τρώνε αυγά και γαλακτοκομικά, δεν τρώνε ψάρια εκτός από του Ευαγγελισμού και των Βαΐων, τρώνε συνεχώς αλάδωτα φαγητά, εκτός από το Σάββατο και την Κυριακή που τρώνε λαδερά φαγητά και μαλάκια και οστρακόδερμα, σουπιές, χταπόδι και άλλα. Επίσης με τα αλάδωτα φαγητά δεν πίνουν κρασί. Γενικά η διατροφή των Ελλήνων παλιά αλλά και όλων των λαών στη Μεσόγειο δεν διέφερε πιστεύω πολύ από αυτές τις διατροφικές συνήθειες. Ως επί το πλείστον, όσπρια, λαχανικά
και ψάρια έτρωγαν οι λαοί στη Μεσόγειο. Σήμερα, σε σχέση με πριν από 200 χρόνια, πόσα χόρτα τρώμε;
Πολλοί θεωρούν ότι είναι πολύ δύσκολες ή κουραστικές οι πολυήμερες και συχνές νηστείες. Είναι αλήθεια πως η περίοδος της νηστείας για κάποιον άνθρωπο μπορεί να είναι ή να φαίνεται λίγο κουραστική. Σαν άνθρωπος επιθυμείς να φας τροφές που είναι εκτός νηστείας, αλλά το κέρδος από πλευράς υγείας και από το ότι δυναμώνει η ψυχή και η αυτοπεποίθηση του ανθρώπου είναι πολύ μεγάλο. Πιστεύω ότι ακόμα και κάποιος που κάνει
δίαιτα για να χάσει κιλά δεν ωφελεί μόνο την υγεία του αλλά και η αυτοπεποίθησή του ενισχύεται πολύ, είναι σαν να κερδίζεις μια μάχη. Οι πατέρες της εκκλησίας που έχουν θεσπίσει τη νηστεία απέβλεπαν και σε αυτό, που είναι το σημαντικότερο, γιατί με τη νηστεία ενισχύεται η ψυχή και το μυαλό του ανθρώπου, ενισχύεται η πίστη ότι μπορεί να κατορθώσει
πράγματα.
Η μαγειρική με τι έχει να κάνει; Με συνδυασμό υλικών, με την προσωπική σας αίσθηση γεύσης ή τι άλλο; Πάντα μπαίνει κι ο προσωπικός παράγοντας μέσα, το τι αρέσει σε εσένα δηλαδή που μαγειρεύεις. Προσωπικά μου αρέσει και η ευρωπαϊκή κουζίνα, θα το φάω ευχάριστα κάτι από την κουζίνα αυτή, αλλά δεν είναι κάτι που θα το ζητήσω. Όλα αυτά, η κρέμα γάλακτος, τα βούτυρα… ίσως επειδή μεγάλωσα στην επαρχία και πήγα μικρός στο Άγιον Όρος, ίσως επειδή ταξίδεψα στην Κωνσταντινούπολη, στην Αίγυπτο, στην Παλαιστίνη, και μου αρέσουν περισσότερο οι άνθρωποι εκεί, η ιστορία τους, ίσως γι’ αυτό έχω αποδεχτεί πιο πολύ και την κουζίνα τους, μου αρέσει και μου έμαθε πολλά. Ας πούμε, μέσα στο βιβλίο λέω ιδιαίτερα για το κύμινο, ένα παρεξηγημένο μπαχαρικό που το χρησιμοποιούν ελάχιστα. Έλεγε κάποιος, «Α, η μάνα μου έβαζε κύμινο στα σουτζουκάκια», κι όμως πάει πάρα πολύ στα ψάρια.
Οι σύνθετες, πολύπλοκες και με πολλά αναμεμειγμένα υλικά συνταγές πώς σας φαίνονται; Το κάθε τι ταιριάζει με κάτι συγκεκριμένο. Δεν έχει νόημα να το χρησιμοποιείς παντού. Ας πούμε, για μένα το λεμόνι δεν πηγαίνει στα τηγανητά ψάρια, αλλάζει εντελώς η γεύση τους. Στα ψητά τα ψάρια ναι, είναι άλλο πράγμα εντελώς. Στα τηγανητά μπαρμπούνια θα βάλεις λεμόνι από πάνω; Άλλαξες εντελώς τη γεύση τους. Ύστερα, έχουμε μπερδευτεί με πολλά πράγματα. Μας μπήκε αυτή η ιδέα από τους Ευρωπαίους και θέλουμε να τα κάνουμε όλα κρεμώδη, και παίρνουμε και το λάδι και το λεμόνι και το κάνουμε λαδολέμονο και κολοκύθια με τη ρίγανη. Βρε, κάνε όπως έκαναν παλιά… στάξε λίγες σταγόνες καλό λάδι και λίγο λεμόνι στο ψάρι το ψητό, δεν υπάρχει καλύτερο πράγμα, να νιώσεις του ψαριού την
ομορφιά. Αν το πλακώσεις με το λαδολέμονο, αυτό χάνεται. Μπορείς να το κάνεις αλλά λέμε πώς μπορείς να νιώσεις ατόφιες τις γεύσεις. Σε μερικά εστιατόρια που επισκέπτομαι το έχουν πιάσει αυτό το νόημα και έχουν ωραίες γεύσεις, χωρίς πολλούς συνδυασμούς και φορτώματα.
Είμαστε ό,τι τρώμε; Σαφέστατα. Εξαρτάται πώς θα το εξηγήσει βέβαια κανείς αυτό, αλλά γενικά καλό είναι να αφιερώνουμε χρόνο και να προσέχουμε τη διατροφή μας. Είναι πολύ σημαντικό, όπως προσέχουμε να πάρουμε και να φορέσουμε καλά ρούχα, ή να περιποιηθούμε τον εαυτό μας, να προσέχουμε ακόμη περισσότερο τη διατροφή μας. Και βέβαια να μην
ξεχνάμε πως εκείνο που χαρακτηρίζει το φαγητό και τη μαγειρική είναι ότι χρησιμοποιείται από πολύ παλιά μέχρι σήμερα ως δείκτης κοινωνικότητας. Λέμε «και βέβαια γνωριζόμαστε με τον τάδε, φάγαμε μάλιστα και μαζί» ή συναντιόμαστε με φίλους και λέμε «άντε, να βρεθούμε, να πάμε να φάμε, να πιούμε ένα κρασί». Ακόμα περισσότερο όταν καλούμε έναν άν-θρωπο στο σπίτι μας, παίρνουμε κι εμείς χαρά όταν φιλοξενούμε κάποιους αν-θρώπους και μαγειρεύουμε γι’ αυτούς. Ας μάθουμε να μαγειρεύουμε με τους δικούς μας ανθρώπους. Το φαγητό και η προετοιμασία του φέρνουν πιο κοντά τους ανθρώπους. Κι ας εκτιμάμε το φαγητό που μαγειρεύει κάποιος για μας. Θυμάμαι έναν παππού που πέθανε και ήταν καλός μάγειρας, που έλεγε «έτοιμο φαγητό μην το κατηγορήσεις ποτέ, ας είναι και κακό -κάποιος έκανε κόπο για αυτό». Αυτό βέβαια έχει να κάνει με αυτό που λέει ο Απόστολος Παύλος, «να είμαστε επιεικείς με τους άλλους και αυστηροί με τον εαυτό μας», ενώ σήμερα κάνουμε συνήθως
το αντίθετο
info: «Mαγειρική Aγίου Όρους», του Mοναχού Eπιφάνιου του Mυλοποταμινού. Εκδ. Σύγχρονοι Ορίζοντες
Τετάρτη 2 Απριλίου 2008
Συνέντευξη του Σίμου Ιωαννίδη
Είναι η πρώτη φορά που διευθύνετε έργο στην Ελλάδα;
Ναι, είναι η πρώτη φορά. Είμαι ευτυχής που μπορώ και διευθύνω επιτέλους στην Ελλάδα γιατί είναι λίγο δύσκολο να διευθύνεις εδώ καθώς δεν υπάρχει η δυνατότητα να κάνεις επαφή όπως στη Γερμανία, δηλαδή στέλνοντας κάποια χαρτιά και περνώντας κάποιες εξετάσεις. Στην Ελλάδα πρέπει να βρεις κάποια άτομα, κι εγώ δεν έχω πολλές επαφές, τις απέκτησα σιγά-σιγά.
Έχει να κάνει με το ότι, σε σχέση με το εξωτερικό, δεν έχουμε τόσο συχνά ανεβάσματα όπερας;
Αυτό είναι ασφαλώς ένα πρόβλημα. Υπάρχουν πολύ λίγες συναυλίες, υπάρχουν λίγες δυνατότητες να διευθύνεις ένα έργο.
Γεννηθήκατε και μεγαλώσατε στη Θεσσαλονίκη. Οι πρώτες μουσικές σας σπουδές ήταν εδώ;
Ναι, στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης σπούδασα πιάνο, βιολί και ανώτερα θεωρητικά. Μετά ξεκίνησα σπουδές στο Μαθηματικό, τις οποίες αναγκάστηκα να διακόψω γιατί έπρεπε να φύγω στην Φρανκφούρτη όπου έκανα πιάνο. Ακολούθησαν σπουδές διεύθυνσης ορχήστρας στο Βερολίνο.
Εν τέλει τι σας τράβηξε περισσότερο στη διεύθυνση ορχήστρας;
Είναι δύο πράγματα. Το πρώτο είναι ότι τα προσόντα που είχα ήταν εξαιρετικά για να γίνω μαέστρος. Δηλαδή κατείχα το πιάνο πολύ καλά και ένα όργανο ορχήστρας. Στη Γερμανία το πιάνο είναι απολύτως απαραίτητο για να σπουδάσει κανείς και να δουλέψει, ξεκινάει κάποιος ως συνοδός και εκγυμναστής και στη συνέχεια γίνεται μαέστρος. Και το δεύτερο είναι ότι είχα την τύχη να δω σε μια συνάντηση τον μαέστρο της Όπερας της Φρανκφούρτης τον κ. Sylvain Cambreling με τον οποίο μπόρεσα ως βοηθός του να παρακολουθήσω μια όπερα, τη «Luisa Miller», κι εκεί είδα πώς κάνει κανείς όπερα σε ένα επίπεδο που και φιλικά και καλλιτεχνικά ήταν κάτι υπέροχο. Σε εκείνη τη συνεργασία είπα «Αυτό θέλω να κάνω» και επειδή είχα τα προσόντα, πίστεψα ότι θα ήταν καλό να ξεκινήσω και να ασχοληθώ με το χώρο και μέχρι στιγμής έχει αποδειχτεί ότι δεν ήταν κακή επιλογή.
Κατά τη γνώμη σας ποιο είναι το βασικό προσόν ενός διευθυντή ορχήστρας;
Είχαν ρωτήσει κάποτε τον κ. Κοντάκτ - είναι ένας εκ των δύο αδελφών που είναι πιανίστες και μαέστροι στην Φρανκφούρτη -, τι είναι αυτό που πρέπει να έχει ένας μαέστρος. Και είπε, «Την τεχνική τη μαθαίνεις» - αυτό είναι σχετικά εύκολο πρέπει να σε διδάξουν άνθρωποι που ξέρουν, γιατί υπάρχουν και πολλοί μαέστροι που δεν έχουν τεχνική- «αλλά αυτό που έχει περισσότερη σημασία» συμπλήρωσε ο Κοντάκτ, «είναι τα πράγματα που γνωρίζει ο μαέστρος για το έργο, αυτά που κουβαλάει μέσα του ως άνθρωπος και οι γνώσεις του αυτές αποκτιούνται σιγά-σιγά και πρέπει να έχει κανείς μια πολύπλευρη επαφή με τη μουσική και τους μουσικούς». Η τεχνική λοιπόν είναι το ένα, το δεύτερο είναι η δυνατότητα να επικοινωνείς με ανθρώπους και να τους πείθεις να δουλέψουν μαζί σου. Οι εποχές του Τοσκανίνι που διέταζαν και κάναν μουσική έχουν περάσει. Το ζητούμενο είναι να προσκαλείς τους μουσικούς στο να εκπληρώσουν αυτό που εσύ θέλεις. Αυτό γίνεται με ένα χαρισματικό χέρι.
Η Όπερα Θεσσαλονίκης σας δίνει τη δυνατότητα να διευθύνετε ένα από τα σημαντικότερα και δημοφιλέστερα έργα του ρεπερτορίου της όπερας, την «Traviata». Τι είναι αυτό που κάνει τόσο αγαπητό αυτό το έργο;
Καταρχάς είναι ένας χαρισματικός Βέρντι. Πιστεύω ότι έχει πολύ ωραία μουσική και πολύ ωραίο λιμπρέτο, το οποίο βασίζεται στο έργο «Η κυρία με τις καμέλιες» του Αλεξάνδρου Δουμά. Είναι ένας Βέρντι που έχει φτάσει σε υψηλότατο επίπεδο και είναι και η ιστορία μιας γυναίκας η οποία στο τέλος πεθαίνει, είναι ένα πολύ συναισθηματικό έργο και επικίνδυνο βέβαια από την άλλη. Είναι τόσο ρομαντικό που μπορεί να αγγίξει τα όρια της οπερέτας, λένε μερικοί. Αν δεν προσέξεις πώς θα το στήσεις και πώς θα το παρουσιάσεις, μπορεί να ξεφύγει και από το τραγικό και να γίνει μελό, είναι ένα οριακό έργο.
Με τη διεύθυνσή σας τι θέλετε να αποδοθεί;
Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να καταλάβω πώς νιώθει αυτός που είναι απέναντί μου, είτε είναι μουσικός είτε είναι σολίστας είτε χορωδός. Και από την άλλη να τον πείσω να δουλέψουμε μαζί και να κάνουμε μαζί μουσική.
Αυτήν την εποχή ζείτε στο Βερολίνο;
Ναι. Τα τελευταία έξι χρόνια ήμουν σε θέατρα και από τον Αύγουστο κι έπειτα ήθελα να κάνω ένα διάλειμμα γιατί είναι εξαιρετικά σκληρή η καθημερινότητα σε ένα θέατρο. Έχεις επτά μέρες την εβδομάδα, με ένα πρόγραμμα πολύ βεβαρημένο και με μια καθημερινότητα που δεν σε αφήνει καν να προγραμματίσεις κάτι. Μου έχει τύχει Κυριακή πρωί να μου τηλεφωνήσουν, όντας εγώ στο δρόμο για ένα ταξίδι, και να με φωνάξουν να διευθύνω. Αυτό ήθελα να το σταματήσω λίγο και γιατί με είχε κουράσει αλλά και γιατί κάποια πράγματα δεν μπορείς να τα κάνεις όταν είσαι δεσμευμένος στο θέατρο. Έτσι μπόρεσα να έρθω εδώ για την «Τραβιάτα» από την Όπερα Θεσσαλονίκης, έτσι ετοιμάζομαι να πάω στην Αυστρία να κάνω μια όπερα, τώρα έχω το χρόνο να κάνω διάφορα πράγματα.
Πόσα χρόνια ζείτε και δουλεύετε στο εξωτερικό;
Τώρα αρχίζει ο δέκατος όγδοος χρόνος.
Οι συνθήκες δεν έχουν σχέση με την Ελλάδα οπότε δεν το σκέφτεστε, φαντάζομαι, να επιστρέψετε σύντομα;
Καταρχάς, γενικά στο εξωτερικό υπάρχει μια ποιότητα ζωής που δεν υπάρχει στην Ελλάδα. Το δεύτερο είναι ότι εδώ νομίζουμε ότι είμαστε στον παράδεισο ενώ δεν είμαστε, δεν έχουμε την αίσθηση του πού ζούμε πολλές φορές, και -πραγματικά, το λέω με πίκρα αυτό- ιδίως στη Θεσσαλονίκη. Υπάρχει ένας μύθος ότι είμαστε μια παραμελημένη πόλη, το οποίο ισχύει για όλους όχι μόνο για τη Θεσσαλονίκη, είναι μια αρρώστια το να πιστεύουμε ότι μας έχουν αδικήσει, ότι είμαστε κάτι εξαιρετικό που δεν το βλέπει κανένας κι έτσι δεν έχουμε μάθει, ή ξεχάσαμε, να δουλεύουμε. Και κάτι ακόμη είναι ότι υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στο Βερολίνο όπου ζω και τη Γερμανία, το Βερολίνο δεν είναι Γερμανία, είναι μια ανοιχτή κοινωνία και είναι ο μόνος χώρος στη γη που έχω συναντήσει μέχρι τώρα και στον οποίο αισθάνομαι ελεύθερος, μπορεί να μην κάνω τίποτα, μπορώ όμως να κάνω και τα πάντα.
Κινηματοθέατρο «Αριστοτέλειον»
5,6,9,11 και 13 Απριλίου
Προπώληση εισιτηρίων στα εκδοτήρια του Κ.Θ.Β.Ε., Τ: 2310 223785
Ώρα έναρξης: 20:30
Εισιτήρια: 30€, 40€, 45€, φοιτητικό/μαθητικό: 20€, 25€
Συνέντευξη της Misia
Πότε ξεκινήσατε να τραγουδάτε τα φάντος; Γιατί προτιμήσατε αυτό αντί για κάποιο άλλο μουσικό είδος;
Δεν μπορώ να θυμηθώ ακριβώς ποια ήταν η πρώτη φορά που άκουσα φάντος στη ζωή μου. Αυτό όμως που μπορώ να πω, είναι πως τα ερωτεύτηκα όταν άρχισα να επισκέπτομαι ταβέρνες όπου παίζονταν ζωντανά. Αν και στην αρχή δεν τα αγαπούσα ιδιαίτερα, τελικά αυτή η μουσική άγγιξε τα συναισθήματά μου και από το 1990 έχουμε μια διαρκή σχέση.
Πότε πρωτοτραγουδήθηκαν τα φάντος;
Τα φάντος έχουν μια ιδιαίτερη ιστορία. Στην αρχή τα έπαιζαν στους οίκους ανοχής όπου θα πήγαιναν οι σκληροί άντρες για να διασκεδάσουν. Αργότερα, το φάντο συνδέθηκε με τα συντηρητικά στοιχεία της δικτατορίας της Πορτογαλίας. Αυτό ήταν πραγματικά άδικο για το είδος, το να συνδεθεί στα μυαλά των ανθρώπων με το συντηρητισμό της εποχής. Μετά την επανάσταση του ’74, οποιοσδήποτε τραγουδούσε ή άκουγε φάντος, θεωρούνταν φίλος του καθεστώτος –και αντιμετωπιζόταν ως τέτοιος. ‘Ανθρωποι έμπαιναν σε στούντιο ραδιοφωνικών σταθμών και πετούσαν δίσκους με φάντος από το μπαλκόνι, κανείς δεν εκτιμούσε αυτή την μουσική. Ευτυχώς τα πράγματα άλλαξαν σήμερα και οι άνθρωποι έχουν μάθει να αγαπάνε τα φάντος χωρίς να τα συσχετίζουν με την πολιτική.
Πώς εξηγείτε το ότι τα φάντος είναι πλέον πολύ δημοφιλή και παγκοσμίως; Τι κάνει μια παραδοσιακή φόρμα επίκαιρη;
Υπάρχει σήμερα μια τάση στη μουσική βιομηχανία που ονομάζεται «world music» και έχει βοηθήσει απίστευτα τη διανομή των φάντος. Ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι ασχολούνται με τα φάντος και ολοένα και περισσότερες δισκογραφικές τους δείχνουν προσοχή. Είναι πραγματικά ένα πολύ ευχάριστο δεδομένο που τα τραγούδια ταξιδεύουν εύκολα και εκτιμούνται σε ολόκληρο τον κόσμο.
Ο κόσμος σας δίνει συχνά τον τίτλο της διαδόχου της Αμάλια Ροντρίγκεζ (σ.σ. η σημαντικότερη τραγουδίστρια των φάντος στην Πορτογαλία), αν και το ύφος σας είναι εντελώς διαφορετιικό. Πώς σε κάνει να αισθάνεσαι αυτό;
Η Αμάλια Ροντρίγκεζ δεν χρειάζεται ούτε διαδόχους ούτε κόρες. Γνωρίζω ότι πολλές φορές αναφέρομαι ως τέτοια, αλλά αυτό δεν είναι δίκαιο για εκείνη και σίγουρα δεν είναι ο στόχος μου. Η Αμάλια ήταν μια μοναδική γυναίκα και τραγουδίστρια, πολύ μπροστά από την εποχή της. Όλοι τη θαυμάζαμε και την αγαπάμε, αλλά οποιοσδήποτε θα έκανε μια σκόπιμη σύγκριση μαζί της θα έσφαλλε.
Με ποια ενορχήστρωση προτιμάτε να ακούτε τα φάντος;
Εξαρτάται από την περίσταση. Στην Ελλάδα θα έρθω με δυο πολύ ταλαντούχους μουσικούς μου, που θα παίξουν βιολί και κιθάρα.
Στα τραγούδια σας μελοποιείτε ποίηση. Είναι αυτό απαραίτητο στοιχείο του έργου σας;
Υπάρχουν μη πορτογαλικά ποιήματα που «πιάνουν» το πνεύμα των φάντος; Η ποίηση, ανεξάρτητα από την γλώσσα στην οποία είναι γραμμένη, είναι πολύ σημαντικό τμήμα της δουλειάς μου και νομίζω πως γενικώς είναι ένα δώρο στον κόσμο! Τα ποιήματα που μου αρέσει να πλαισιώνω με τα τραγούδια μου μιλούν για παγκόσμια ζητήματα, για τη ζωή, το θάνατο, την αγάπη, κοκ. Αυτά τα κεντρικά θέματα είναι παρόντα στην ποίηση παγκοσμίως, και όχι μόνο στην Πορτογαλική. Η επιλογή μου να επικεντρωθώ στην πορτογαλική ποίηση έχει να κάνει κυρίως με την πεποίθηση πως μόνο με την ποίηση θα μπορούσαν να νικηθούν τα φαντάσματα που στοίχειωναν τα φάντος μετά την επανάσταση του ‘74. Γι’ αυτό και ζήτησα από τους πιο σημαντικούς Πορτογάλους συγγραφείς και ποιητές να γράψουν στίχους για τα τραγούδια μου. Πιστεύω πως αυτό βοήθησε το φάντο να ξεπεράσει τις σκιές και να αποδεσμευτεί από τα συντηρητικά στοιχεία.
Γιατί αποφασίσατε να συστηθείτε στο ευρύ κοινό με ένα μικρό όνομα;
Πάντως το Misia δεν είναι το μικρό μου όνομα! Έχω ισπανική καταγωγή, οπότε και το όνομα και το επώνυμά μου είναι ισπανικά. Επινόησα το Misia γιατί δεν μπορούσα να σκεφτώ πώς θα μπορούσα να τραγουδώ παραδοσιακή πορτογαλική μουσική με ένα ισπανικό όνομα.
Ωστόσο στους δίσκους σας τραγουδάτε σε διάφορες γλώσσες. Τι σκοπό εξυπηρετεί αυτό;
Πιστεύω πως η μουσική είναι ένα οικουμενικό δώρο που δεν θα έπρεπε να μπαίνει σε σύνορα. Η μουσική, άρα και το φάντο, πρέπει να ανακυκλώνεται και να ταξιδεύει ήπια ανά τον κόσμο. Προσωπικά, θέλω να εξερευνήσω τους τρόπους με τους οποίους αυτό θα μπορούσε να διευκολυνθεί.
Θα μπορούσατε να ασχοληθείτε με το φάντο σε όποιο μέρος του κόσμου κι αν ζείτε;
Ναι, κάνω το ίδιο πράγμα όπου κι αν βρίσκομαι. Τα τελευταία χρόνια, για παράδειγμα, ζω στο Παρίσι. Το φάντο δεν είναι γεωγραφική περιοχή, είναι μέσα μου και το κουβαλώ όλου κι αν πάω.
Αυτή δεν είναι η πρώτη σας φορά στην Ελλάδα. Άλλαξε κάτι στη δουλειά σας στο ενδιάμεσο, από την εμφάνισή σας στο Ηρώδειο μέχρι σήμερα;
Λοιπόν, πολλά πράγματα άλλαξαν με το πέρασμα των ετών αλλά είναι καλύτερο να μην επικεντρωνόμασταν στο παρελθόν, αλλά στο παρόν…
Η εμφάνιση που θα πραγματοποιήσετε στην Ελλάδα έχει τον τίτλο «Lisboarium». Τι να περιμένουμε να δούμε;
«Lisboarium» είναι η παρουσίαση της Λισσαβώνας από μια μακρινή προοπτική. Όπως είπα και πιο πριν, ζω στο Παρίσι τα τελευταία χρόνια, μακριά από τη Λισσαβώνα, και ήταν αυτή η σχέση από απόσταση που με έκανε να δημιουργήσω το «Lisboarium». Ο σκοπός είναι να παρουσιάσω σε όλο τον κόσμο αυτήν την πόλη με την πλούσια παράδοση και κουλτούρα. Στη Θεσσαλονίκη θα περπατήσουμε όλοι -νοερά– στους δρόμους της Λισσαβώνας, θα συναντήσουμε τους ανθρώπους της και θα αποκτήσουμε μια εμπειρία της κουλτούρας της, μέσα από την απίστευτη μουσική των fados. Ελπίζω να σας δω όλους στη Θεσσαλονίκη.
Misia, Τρίτη 8/4, Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης
25ης Μαρτίου & Παραλία, Τ: 2310 895938-9,
ώρα έναρξης 21.00, 60, 50, 40, 30, 20€
Συνέντευξη της Μαρίας Λούκα
Θα σε ενδιέφερε ο ρόλος της ερμηνεύτριας σε δίσκο ενός σύνθέτη;
Βεβαίως, αφού ούτως ή άλλως ο πρώτος μου ρόλος είναι ο τραγουδιστικός - αυτό εξασκούσα τόσα χρόνια, μετά ήρθε ο ρόλος της τραγουδοποιού. Σαφώς, λοιπόν, θα ήθελα να τραγουδήσω και το υλικό κάποιου άλλου ανθρώπου.
Δεν νομίζω ότι είναι κάτι περίεργο αν σκεφτούμε ότι η γυναίκα από τη φύση της έχει να κουμαντάρει τόσα πράγματα στη ζωή και είναι και πιο πρακτικός άνθρωπος σε σχέση με την αντρική φύση. Νομίζω πως τα τελευταία χρόνια περισσότερα κορίτσια έχουν αρχίσει να γράφουν δικά τους τραγούδια σε σχέση με παλαιότερα χρόνια, όπως η Δανάη Παναγιωτοπούλου ή κάποια τραγούδια που γράφει η Ανδριάνα Μπάμπαλη κι αυτό θα συνεχίσει να γίνεται περισσότερο.
Ποια συνεργασία σου θα θυμάσαι εντονότερα;
Η πιο χαρακτηριστική είναι με τον Σωκράτη Μάλαμα και γιατί περάσαμε περισσότερο χρονικό διάστημα μαζί - τέσσερα χρόνια κράτησε η συνεργασία μας -, αλλά και γιατί ήταν πολύ ουσιαστική, αφού πέρα από το επαγγελματικό κομμάτι που με βοήθησε να ανακαλύψω τον ρόλο μου μέσα στη μουσική και το τι θέλω να κάνω πραγματικά, με βοήθησε πολύ και ως άνθρωπο σε προσωπικό επίπεδο να οριοθετήσω τις σχέσεις μου με τους άλλους ανθρώπους, τι χρειάζομαι ως άνθρωπος για να αναπτυχθώ και αυτό να βγει και στην καλλιτεχνική μου υπόσταση. Αυτή είναι η πιο ισχυρή συνεργασία μου έως τώρα…
Αυτό θα ήταν ευχής έργο. Τα πράγματα πάντα έρχονται καλώς, είναι κάτι που πολύ ευχαρίστως θα δεχόμουν. Αν πρόκειται να γίνει θα το φέρει το πλήρωμα του χρόνου…
Είσαι ικανοποιημένη από την πρώτη σου προσωπική δουλειά; Νιώθεις πως μπήκες στις καρδιές πολλών ακρατών;
Νομίζω ότι το αποτέλεσμα ήταν το καλύτερο δυνατό αν σκεφτούμε ότι ήταν η παρθενική μου εμφάνιση στη δισκογραφία και ήμουν πάρα πολύ τυχερή γιατί είχα μια εξαιρετική ομάδα από μουσικούς που στο αντικείμενο τους είναι από τους καλύτερους, όπως ο Δημήτρης ο Μπασλάμ, ο Δημήτρης ο Μυστακίδης, ο Φώτης Σιώτας, ο Σάκης Αποστολάκης… Ήταν ό,τι καλύτερο θα μπορούσα να φανταστώ για πρώτη δουλειά. Και άλλοι άνθρωποι που πέρασαν από την ηχογράφηση όπως ο Μανόλης Πάππος, ο Λουκάς ο Μεταξάς, δούλεψαν όλοι με πάρα πολύ μεράκι. Κάθε άνθρωπος και τραγουδοποιός φεύγοντας από τη συγκεκριμένη δουλειά πάντα ανακαλύπτει στο δρόμο για την επόμενη δουλειά ότι κάποια πράγματα θα μπορούσαν να είχαν γίνει με διαφορετικό τρόπο. Είναι ένα παιχνίδι κι αυτό, όσο περνάει ο καιρός μαθαίνεις, γίνεσαι πολύ πιο συγκεκριμένος σε αυτό που θέλεις να κάνεις. Έτσι δεν έχω ανασφάλειες σε σχέση με την πρώτη δουλειά, όλα έγιναν όπως έπρεπε.
Ναι, προσπαθώ και επιβιώνω, είναι η δουλειά που κάνω, η δουλειά που με ζει. Δεν έχω παράπονο, δεν δημιουργώ πολλές ανάγκες, προσπαθώ να ζω λιτά…
Πώς σου φάνηκε, και από μέσα, η καριέρα και οι γνωριμίες με καταξιωμένους δημιουργούς που άκουγες από έξω πριν;
Η οποιαδήποτε απομυθοποίηση δεν έχει να κάνει από το αν είσαι μέσα ή έξω από τα πράγματα, έχει να κάνει με το πώς επιλέγεις να αντιλαμβάνεσαι και να προσλαμβάνεις τα πράγματα. Έχω μάθει σε σχέση με τους καλλιτέχνες, να μην μπλέκω την προσωπικότητα με το έργο τους. Σαφώς γνωρίζω ανθρώπους που έχουν προσφέρει εξαιρετικό έργο, αλλά ως προσωπικότητες δεν μου πάνε, δεν θα μπορούσα να κάνω παρέα. Δεν με επηρεάζει αυτό, εξακολουθώ να σέβομαι και να αγαπώ το έργο τους. Αυτό που έκανα εκτός δουλειάς, αυτό συνεχίζω να κάνω, να τραγουδώ και να γράφω. Προσπαθώ να κρατάω ακέραιο αυτό το χαρακτηριστικό, της αθωότητας δηλαδή, της κινητήριας δύναμης. Μόνο έτσι μπορείς να πορεύεσαι ήσυχος και νηφάλιος με αυτό που συμβαίνει. Τα πράγματα που κάνουμε είναι ένα κομμάτι μας, έχουμε και άλλες πλευρές. Είναι ωραίο να βγαίνεις απ’ έξω ως παρατηρητής και να κοιτάς τη δουλειά σου και να την αφήνεις να ρέει μαζί με το ποτάμι του χώρου και του χρόνου.
Ουσιαστικά θα παρουσιάσουμε τραγούδια από την πρώτη δουλειά, το «Καλημέρα», πράγματα που μου αρέσει να τραγουδάω από Χατζιδάκι μέχρι λαϊκά και Beatles και από παραδοσιακά μέχρι ό,τι μου κατέβει στο κεφάλι. Μου αρέσει να υπάρχει ένα ευέλικτο σχήμα και πρόγραμμα, έτσι ώστε να μπορώ ανάλογα με τα vibes που παίρνω εκείνη την ώρα, να διαχειρίζομαι και το ρεπερτόριο. Κάθε βραδιά και κάθε συναυλία έχει από μόνη της τέτοια ζωή που σε πηγαίνει σε ένα άλλο πρόγραμμα, σε έναν άλλο δρόμο. Υπάρχει ένας αρχικός κορμός και από εκεί και πέρα ό,τι αγαπώ…
Θα ήθελες να ζεις σε πιο ανθούσα εποχή για την ελληνική μουσική;
Νομίζω ότι η εποχή μου είναι αυτή ακριβώς που πρέπει να ζω, όπως και κάθε άνθρωπος, αρκεί να ξέρει να τη διαβάσει και να τη μυριστεί σωστά. Κάθε εποχή έχει τα ωραία της και πρέπει να μάθουμε να ζούμε τα μέγιστα, στο τώρα και σε αυτό που υπάρχει γύρω μας. Θα ήταν ψέμα να πω ότι θα ήθελα να ζήσω κάτι άλλο από τη στιγμή, που δεν είναι εφικτό, και αυτό που ζω είναι τόσο ωραίο…
Αυτό γίνεται με τον καιρό: φτιάχνω ένα τραγούδι και το αφήνω να κυλήσει μέσα στο χρόνο, αν καταπιαστώ με αυτό μετά από δύο - τρεις μήνες και εξακολουθεί να μ’ αρέσει, τότε είναι έτοιμο να μπει σε ένα δίσκο. Έχει να κάνει με την συγκινησιακή φόρτιση που σου προκαλούν τα εκάστοτε τραγούδια. Ποτέ δεν γράφω ένα τραγούδι εν θερμώ, γράφω και το αφήνω, δεν το ακούω, ώσπου να κατασταλάξω μέσα μου, να μη με επηρεάσει ο ενθουσιασμός της στιγμής -και μετά το βάζω στο δίσκο… Γράφω αρκετά τραγούδια και πετάω και πάρα πολλά, και νομίζω είναι και υγιές αυτό…
info:
Καφωδείο «Ελληνικό»
Ιουστινιανού 3, πίσω από το Δημαρχείο, T: 2310237016
Δευτέρα 14 Απριλίου
Συνέντευξη της Μαγδαληνής Μπεκρή
Αυτό το έργο, η «Ιοκάστη», τι είναι; Αναλόγιο; Μονόλογος ή κανονικό θεατρικό;
Είναι ένα κανονικό θεατρικό κείμενο, διάρκειας περίπου μίας ώρας, όπου τα πρόσωπά του είναι δύο, η Ιοκάστη και ο Οιδίποδας. Η ιστορία του αρχίζει από τη στιγμή που ο Οιδίποδας μαθαίνει ότι είναι ο φονιάς του Λάιου αλλά δεν ξέρει ακόμα ότι είναι γιος της Ιοκάστη. Κι εκεί αρχίζει να αναρωτιέται πώς είναι δυνατόν η Ιοκάστη ξέροντας ότι ο σύζυγός της σκοτώθηκε, να τον ξεχνάει τόσο γρήγορα -χωρίς ούτε ένα δάκρυ- και να περνάει στην επόμενη φάση της ζωής της… Αυτό είναι που τον προβληματίζει αρχικά και στη συνέχεια του έργου μαθαίνει όλα αυτά τα τρομερά, ότι είναι σύζυγος της μητέρας του και ότι έχει κάνει μαζί της παιδιά, μια αποκάλυψη που δεν μπορεί να την αντιμετωπίσει και τον οδηγεί σε ένα είδος τρέλας, μέχρι που τελικά αυτοκτονεί.
Όχι, πρόκειται ουσιαστικά για μια αντιστροφή του μύθου, καθώς στον Σοφοκλή είναι η Ιοκάστη που αυτοκτονεί και ο Οιδίποδας αυτοτυφλώνεται ενώ εδώ είναι ο Οιδίποδας που αυτοκτονεί. Η Ιοκάστη, αν θα το λέγαμε συμβολικά, είναι η δύναμη εκείνη που δίνει στον εαυτό της το δικαίωμα να συνεχίσει –όσο δύσκολη κι αν είναι η κατάσταση εκείνη διεκδικεί το δικαίωμα της να συνεχίζει, και συνέχεια σημαίνει ζωή, όχι θάνατος.
Και λέγονται από την Ιοκάστη και πράγματα για την προηγούμενη ζωή της, πριν τον Οιδίποδα, με τον Λάιο;
Ναι. Και λέει ότι ο Λάιος ήταν ένας άνθρωπος που της στέρησε τα πάντα, καθώς την παντρεύτηκε και, εξαιτίας του γνωστού χρησμού ότι θα σκοτωθεί από το παιδί του, δεν της επέτρεψε να κάνει παιδιά, κι αυτό ήταν ένα είδος ακύρωσης της ίδιας ως γυναίκας… Κατ’ αρχάς ο Λάιος πηγαίνει συνεχώς με τις δούλες για να κάνει έρωτα και μετά όσες φορές πλησιάζει την Ιοκάστη ερωτικά, φοβούμενος μήπως την καταστήσει έγκυο, την αποφεύγει τελικά και την αφήνει ανικανοποίητη… Οπότε, από κει και πέρα, αρχίζει μια αντίστροφη μέτρηση και η Ιοκάστη δεν αποφασίζει μεν να εκδικηθεί αλλά αποφασίζει να περιμένει να φέρει η ζωή την εκδίκηση –και έτσι συμβαίνει, ο Λάιος πεθαίνει, ο Οιδίποδας λύνει το αίνιγμα της Σφίγγας και παντρεύεται τη βασίλισσα και ξαναρχίζει η ζωή της Ιοκάστης, που κάνει μαζί του παιδιά… Ο Οιδίποδας με λίγα λόγια είναι γι’ αυτήν τα πάντα: είναι ο γιος της που είχε χάσει–
Ναι, σε αυτό το έργο η Ιοκάστη το ξέρει από την αρχή και το κρατάει μυστικό, συνεχίζοντας τη ζωή της μαζί του… Κι αυτό ήταν κάτι με προβλημάτισε πολύ, δηλαδή: πώς είναι δυνατόν μια γυναίκα να ξέρει πώς ο άντρας που έχει παντρευτεί είναι ο γιος της και παρόλα αυτά να έχει ερωτική σχέση μαζί του, κανονική και να κάνει μαζί του παιδιά;
Εσύ πώς και ανέλαβες να παίξεις με τις υποχρεώσεις που έχεις, το πρωί με τα δύο παιδιά σου στο σπίτι, το απόγευμα να διδάσκεις στο σχολείο…;
Κανονικά δηλαδή, αν το σκεφτώ λογικά, δεν είχα χρόνο για να το κάνω, είχα όμως τεράστια ανάγκη να παίξω και ο σκηνοθέτης Νίκος Βουδούρης και η Αναστασία Θεοφανίδου που δούλεψε την κίνηση, οι οποίοι ήξεραν αυτή μου την ανάγκη, μου το πρότειναν και δέχτηκα… Οπότε βρέθηκε και ένα πλαίσιο συνεργασίας, όπου εγώ έκλεβα χρόνο από τον ύπνο μου κι έγιναν και οι πρόβες και ήταν μάλιστα και πολύ παραγωγικές. Εξάλλου με ενδιέφερε πολύ ο τρόπος που προσέγγισε ο Νίκος (Βουδούρης) το κείμενο, που, επειδή είναι μουσικός, το προσέγγισε μέσω των ρυθμών του κειμένου, κάτι που κι εμείς είχαμε αρχίσει να κάνουμε στις Νέες Μορφές.
Εγώ αυτό που προσπαθώ είναι, όσο γίνεται περισσότερο, να είναι προσωπικός ο τρόπος που προσεγγίζω αυτή τη γυναίκα, δηλαδή -παρόλο που έκανε αυτά που καμιά γυναίκα δεν θα τολμούσε να κάνει- να είναι πιο κοντά σε μένα και όχι έξω από μένα… Ας πούμε, η σχέση μου με τον έρωτα, είναι μια ευκαιρία να την καταθέσω μέσα από αυτήν την παράσταση, γιατί πιστεύω πως έρωτας είναι κάτι πολύ αγνό, άσχετα σε ποιον απευθύνεται… Με έκανε αυτή παράσταση να γυρίσω πολλά χρόνια πίσω, και να θυμηθώ τι ήταν -σε όλη τη διάρκεια της ζωής μου- για μένα ο έρωτας… και να προσπαθήσω αυτό το πράγμα να το περάσω μέσα στο έργο. Ελπίζω να το καταφέρνω (γέλια). Αλλά, αν και είναι και λίγο επώδυνο αυτό, να σκάβεις μέσα σου για να βρίσκεις υλικό που θα το φέρεις στην παράσταση, εμένα έτσι με ενδιαφέρει να κάνω θέατρο.
Πάντως με τον Λάζαρο Βαρτάνη, που παίζει τον Οιδίποδα και που είναι ένας πολύ νεαρός ηθοποιός, είδα τη διαφορά ηλικίας να σηματοδοτεί αφενός μια σχέση μάνας – γιου, αλλά και μια σχέση που στην εποχή μας χωράει πλέον και μια σχέση εραστών…
Αυτό είναι ένα διπλό στοιχείο που το φέρνει η παράσταση: από τη μια η διαφορά ηλικίας τους, αλλά όπου και η Ιοκάστη είναι μια νέα γυναίκα και από την άλλη, το πιο σημαντικό, ότι αυτοί οι δύο άνθρωποι είναι ερωτευμένοι, που υπάρχει πολύ έντονα στην παράσταση… Και αυτό είναι τελικά που δεν μπορεί να αντέξει ο Οιδίποδας και τον τρελαίνει, δεν είναι ότι έχει πάει με τη μητέρα του και έχει κάνει παιδιά με τη μητέρα του, αλλά ότι είναι ερωτευμένος ακόμα με αυτήν που αποκαλύπτεται πως είναι η μητέρα του… Ο έρωτας τους δεν ανήκει στο παρελθόν, είναι εδώ, στο παρόν, κι αυτό ο Οιδίποδας μετά την αποκάλυψη δεν το αντέχει… Η Ιοκάστη το αντέχει γιατί το ξέρει από την αρχή –είναι διαφορετικό.
info:
«Ιοκάστη» της Δήμητρας Μήττα από το «Σχήμα εκτός Άξονα» στο θέατρο της Ακτίς Αελίου
Συνέντευξη της Μαριάννας Τουμασάτου
Τι πραγματεύεται το έργο «Κάθε χρόνο ίδια μέρα»;
Μιλάει για δύο ανθρώπους που γνωρίστηκαν τυχαία σε ένα ξενοδοχείο. Πηγαίνουν ο καθένας κάθε χρόνο το ίδιο σαββατοκύριακο σε αυτό το ξενοδοχείο για άσχετους λόγους. Μόλις γνωρίζονται όμως αποφασίζουν να πηγαίνουν σε αυτό το ξενοδοχείο απλά και μόνο για να συναντιούνται. Κι έτσι περνάνε τα χρόνια…
Θα σου πω το εξής: Εάν ήταν τόσο απλά τα πράγματα δεν θα ‘χαμε έργο. Εάν ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα ζούσαν, δεν θα τους είχαμε έργο. Κι αυτοί εάν ήταν μαζί ή εάν είχανε χωρίσει δεν θα τους είχαμε έργο. Που σημαίνει ότι δεν θα ήταν τόσο σημαντική η ιστορία τους. Εδώ γίνεται σημαντική επειδή είναι ένα κέντημα σχέσεων και αισθήσεων. Και δεν μπορώ να σου το εξηγήσω αυτό με τη λογική του α+β=γ. Είναι αυτό που νιώθουν και που τους κρατάει σε αυτού του είδους τη σχέση.
Τι οδήγησε τον έναν στην αγκαλιά του άλλου;Τι «βλέπει» ο ένας στον άλλο που δεν το έχει από τη σχέση του με το νόμιμο σύντροφό του;
Δεν βλέπει στον άλλο κάτι που του το προσφέρει ο άλλος, βλέπει στον άλλο κάτι δικό του. Ένα μικρό καθρέφτη στο πρόσωπο του άλλου βλέπει πιστεύω.
Το ίδιο το έργο. Είναι μαγικό. Και να μην το δει κάποιος και πάλι συγκινείται. Καμιά φορά όταν λέω πρέπει να το δεις για να καταλάβεις δεν το λέω για να «εξαγοράσω» θεατές και να έχουμε περισσότερα εισιτήρια. Πάρτο και διάβασέ το. Βέβαια δεν βρίσκεις μετάφραση εύκολα. Ο Μιχάλης Παπαμιχάλης δεν την έχει εκδώσει. Εάν μπορούσε κάποιος να το διαβάσει ή να το δει, όχι αναγκαστικά από εμάς, ή έστω να δει την ταινία, τότε θα καταλάβει την αξία του έργου. Προσωπικά με συγκινεί ο τρόπος που ξέρουν να αγαπάνε ο Τζορτζ και η Ντόρις.
Ποιες είναι οι δυσκολίες που συναντήσατε;
Πολλές. Πρώτα από όλα όταν παίζουν μόνο δύο άτομα και μόνο η εκμάθηση ενός κειμένου τόσο μεγάλου που συνήθως μοιράζεται σε 5-10 άτομα είναι ένας όγκος δουλειάς τεράστιος. Και δεν είναι μόνο η εκμάθηση του κειμένου αλλά και το πώς υπερασπίζεσαι αυτό που παίζεις. Οι γρήγορες αλλαγές, το να θυμάσαι ότι είναι ο ίδιος άνθρωπος που μεγαλώνει, δηλαδή δεν μπορείς να του αλλάξεις τον χαρακτήρα απλά και μόνο επειδή κάνεις έναν άνθρωπο μεγαλύτερο σε ηλικία.
Πέντε χρόνια περίπου. Δεν υπάρχει όμως αλλαγή μακιγιάζ. Ήταν μια ιδέα που είχαμε σκεφτεί στην αρχή γιατί ταλαιπωριόμασταν τόσο πολύ που μέχρι το τέλος της παράστασης γινόμασταν κουρέλια. Εγώ το μόνο που κάνω είναι ότι στην αρχή βάζω ένα πιο ανοιχτόχρωμο μέικ απ απ’ ότι θα φόραγα στη ζωή και στη δουλειά, γιατί αυτή είναι 25 χρονών όταν ξεκινάει η σχέση. Και απλά αφήνω το μακιγιάζ να καταστρέφεται. Δεν του κάνω καμία διόρθωση. Δεν βάζω πούδρα ας πούμε κατά τη διάρκεια της παράστασης. Που οποιαδήποτε συνάδελφος και μόνο που θα έκλαιγε θα διόρθωνε αυτό το χάλι. Εγώ αφήνω τη φθορά του μακιγιάζ να φανεί. Εάν κλάψεις και σκουπίσεις απλά τη μαυρίλα και έχει από μέσα χαλάσει το μέικ απ, σου δίνει πιο ταλαιπωρημένο πρόσωπο κι από αυτό που έχεις.
Την αίσθηση του χρόνου μήπως την αποκτά το κοινό μέσω της σκηνοθεσίας;
Όχι, δεν υπάρχουν σκηνοθετικά τρικ. Ο Κώστας Αρζόγλου έχει κάνει μια μαγική διεργασία και ιστορία σε αυτό το έργο. Δεν τον έχει πιάσει σκηνοθετίτιδα. Δεν έχει πει: «Ελάτε να σας δείξω, είμαι εδώ κι έχω σκηνοθετήσει, κι έχω κάνει, κι έχω ράνει». Τίποτα!
Ο Κώστας έχει δουλέψει με έναν τρόπο που είναι η καλή εκδοχή του «λάμπω δια της απουσίας μου». Δηλαδή αφήνω τους ηθοποιούς να υπάρχουν, γιατί είναι ένα έργο συναισθημάτων και εγώ τους καθοδηγώ, τους διευκολύνω τη ζωή, φτιάχνω την περιρρέουσα ατμόσφαιρα για να τους βοηθήσω, αλλά δεν τους βγάζω τα συκώτια για να κάνουνε κωλοτούμπες για να φανώ εγώ, ο σκηνοθέτης. Κι αυτό, πιστέψτε με, είναι μεγάλη στιγμή για ένα σκηνοθέτη, να είναι τόσο μάγκας που να μη θέλει να κάνει σαματά.
Ποιες άλλες προεκτάσεις έχει το έργο εκτός από το αμιγώς ερωτικό στοιχείο;
Μιλάει για την τότε κοινωνία, δηλαδή για όλα όσα κυλάνε εκείνα τα χρόνια στη ζωή των ηρώων. Γιατί οι άνθρωποι εκτός από μητέρες, σύζυγοι, εγγόνες, πατεράδες κτλ είμαστε και κοινωνικά πρόσωπα. Οι ήρωες αυτοί παρακολουθούν τις αλλαγές που έχουνε συμβεί στα χρόνια που περνάνε. Η ιστορία μας διαδραματίζεται το διάστημα από το 1951-1976. Συγκεκριμένα στο έργο αναφέρεται η δολοφονία του Κένεντι, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, τι έκανε ο Τσε Γκεβάρα, ποιος ήταν ο Έλβις Πρίσλει, πώς μπήκε η τηλεόραση στη ζωή μας, τι σήμαινε τότε διαφήμιση. Είναι νύξεις σε προσωπικότητες και σε γεγονότα που χάραξαν την ιστορία του αιώνα μας.
Η εποχή μας όντως έχει μοναξιά. Κι αυτό το έργο δηλώνει πόσο σημαντική είναι η παρουσία ενός ανθρώπου στη ζωή μας. Τώρα οι άνθρωποι καταλαβαίνουν την αξία του έργου πιο πολύ, γιατί τελούν στη μοναξιά. Τώρα τα παιδιά είναι την περισσότερη ώρα στο ίντερνετ και δεν είναι όπως ήμασταν εμείς -το οποίο ακούγεται και λίγο γραφικό- που παίζαμε στις αλάνες. Υπήρχε όμως ένας βαθμός επικοινωνίας. Τώρα τα παιδιά επικοινωνούν μόνο μέσω του ίντερνετ και επειδή έχουν τη δυνατότητα να μην τους βλέπει ο άλλος, μπορούν να πουν κάποια πράγματα που όταν θα έρθουν κοντά θα κρύψουν τον εαυτό τους και αυτό φτιάχνει μια μοναξιά. Και αυτό το έργο μπορεί να μιλήσει περισσότερο στις ψυχές τώρα που ο άνθρωπος ξέρει τι θα πει μοναξιά. Το έργο αυτό πάντως μόνο μοναξιά δεν έχει.
Γίνονται αναγωγές στο σήμερα;
Όχι, καμία σχέση. Επιθεώρηση κάνουμε; Το έργο που το αφήσαμε όπως ήταν, δεν το πειράξαμε. Δεν κάναμε τους έξυπνους. Ήταν έξυπνος ο Σλέηντ, δεν χρειαζότανε.
«Κάθε χρόνο ίδια μέρα» του Μπέρναρντ Σλέηντ,
με τους Μαριάννα Τουμασάτου και Αλέξανδρο Σταύρουσε
σκηνοθεσία Κώστα Αρζόγλου στο Θέατρο Εγνατία