Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ασμοδαίοντα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ασμοδαίοντα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 24 Απριλίου 2008

Το χαμόγελο της Τζοκόντα

Το σημερινό κομ ιλ φω χαμόγελο δεν «δείχνει» αλλά μάλλον επιδεικνύει. Δεν είναι πια ανατομική και σωματική αντίδραση παλλομένου θυμικού, όσο εκούσια μυϊκή σύσπαση «ευφορίας σημαντική»

Απίστευτο, αλλά το χαμόγελο της Τζο-κόντα έπεσε και αυτό θύμα... αναλύσεως. Το περιέλαβαν Ολλανδοί ανθρωπολόγοι, φωτογράφοι, ψυχολόγοι, ανατόμοι, εθνολόγοι και ιστορικοί, και το ανέταμαν, διέσπασαν στα εξ ων συνετέθη το ιδιοφυές «σφουμάτο» του Ντα Βίντσι στις γωνίες των χειλιών και των ματιών, και καθόρισαν ποσοστιαίως τα συναισθήματα του περιφημοτέρου μοντέλου όλων των εποχών (καπρίτσια, υπεροψίες, θλίψη, ανακούφιση, ευγένεια, προσήνεια, έρωτα). Τόσο τοις εκατό από το ένα, τόσο από το άλλο.
Διαβάζοντας την είδηση, είχα στην αρχή σοκαρισθή. Ποσοστιαία ανάλυση ενός χαμόγελου... Μάλιστα, αυτό, είναι νέο... Για μερικές στιγμές, άρχισαν να περνούν από τη μνήμη μου χαμόγελα μερικών δεκαετιών ζωής. Χαμόγελα ερωτικά, φιλικά, υπεροχής, δουλοπρεπείας, κολακευτικά, εγκάρδια, υποκριτικά, δημοσιοσχεσίτικα, κομ ιλ φω, δεοντολογικά, έξυπνα ή ηλίθια, νωθρά ή σπιρτόζικα, αγοραία ή επαγγελματικά, αθώα ή πονηρά, πικρά ή αμήχανα. Αλλά... ποσοστιαία χαμόγελα... έ, κοτζάμ Τζοκόντα, κάτι περισσότερο αξίζει ασφαλώς - και πολύ καλά κάνανε και της αναλύσανε το χαμόγελο, ιδιαίτερα στην εποχή μας, όπου το χαμόγελο έχει πεθάνει.
Κάποτε, ένα χαμόγελο «έκρυβε» για να υπαινιχθή. Σχεδιαζόταν προσεκτικά με κραγιόν ώστε να σκάη στις γωνίες των χειλιών σταθερά ζωγραφισμένο και ανεξιχνίαστο, ερμηνεύσιμο ΙΣΩΣ από τη ματιά ή από την κλίση του κεφαλιού (το μυστικό της γοητείας, κατά τους παραϊστορικούς της Γαλλικής Επαναστάσεως, της γοητευτικής αυτοκράτειρας Ιωσηφίνας). Μιλούσε όσο και αποσιωπούσε, έλκυε όσο ακριβώς και περιχαράκωνε. Ένα χαμόγελο μπορούσε κατά τον Φλέτσερ «να διαρκή μια στιγμή, αλλά να παραμείνη αλησμόνητο», ή, κατά τον Ελυάρ, «να καταγγέλλη τη λύπη και την αθλιότητα της ζωής».
Το σημερινό όμως κομ ιλ φω χαμόγελο δεν «δείχνει» αλλά μάλλον επιδεικνύει. Δεν είναι πια ανατομική και σωματική αντίδραση παλλομένου θυμικού, όσο εκούσια μυϊκή σύσπαση «ευφορίας σημαντική».
Και ποιος, εδώ πού τα λέμε, άλλος μυς του σώματος χρησιμοποιείται γι’ αυτό, για το οποίο προοριζόταν... Κι οι δελτοειδείς προσφέρονται πολύ περισσότερο για βαράκια, παρά για συγκομιδή καρπών από δέντρα... Έτσι και το χαμόγελο. Δεν είναι πια διάλογος συναισθημάτων. Διαψεύδεται συνήθως από τα μάτια. Δεν είναι πια ούτε καν «δημοσιοσχεσίτικο», όπως στη δεκαετία του ‘80 - και αυτό είναι «πασέ». Το σημερινό χαμόγελο είναι αυτοσκοπός. Εκθέτει την παντελή έλλειψη ρινοχειλικών ρυτίδων στα κορίτσια, ρωμαλέους, τετράγωνους, παραγεμισμένους μασητήρες στα αγόρια, και σε όλους μαζί, χημικές διαθέσεις ψυχής, χημικότερες ακόμα προθέσεις δοντιών, μάτια χημικώς ασύσπαστα, χείλη χημικώς σαρκώδη χωρίς χυμούς.
Στην εποχή που ο άνθρωπος εκθέτει (όλο και ψυχαναγκαστικότερα, να λέγεται) το σώμα του γυμνό, το πρόσωπο παραμένει περήφανα συσπασμένο σε στιλιζαρισμένες, κοσμετολογικές εκφράσεις.
Το δέκατο πέμπτο αιώνα, ένα ζωγραφισμένο χαμόγελο αποτύπωσε ένα εσαεί ανεξιχνίαστο μυστήριο. Ο εικοστός πρώτος αιώνας ανταπάντησε με την αποτύπωση ενός ανατομικού προτύπου «συναισθηματικής μπούρκας».

Τετάρτη 16 Απριλίου 2008

Χάρλεϋ Ντάβιντσον

«σαν αισθάνομαι στο δρόμο τους κραδασμούς της μηχανής μου, πόθοι ανάβουν τα λαγόνια μου... Έχω πιάσει τα εκατό, και νοιώθω από αίμα και φωτιά... Τι με νοιάζει κι αν πεθάνω, με τα μαλλιά στον άνεμο...»

(...επιτέλους, την ξαναείδα τη μικρή, παράτολμη πριγκίπισσα των νεανικών μου ονείρων.
...λεπτή, με μακριά ανέμελα μαλλιά σαν ζωντανά, ερωτευμένη με τον ορίζοντα στη λεωφόρο μπροστά της).
«κανέναν δεν έχω ανάγκη με τη Χάρ-λεϋ Ντάβιντσον...
κανέναν δεν γνωρίζω με τη Χάρλεϋ Ντάβιντσον...».
(η κοπέλα ήταν πανέμορφη. Κράνος δεν φορούσε, κι ούτε υπήρχε στη μηχανή κάποιο σημάδι παρουσίας του -η αστυνομία θα συναρπαζόταν από την ομορφιά του παράνομου θηράματος.)
«ακουμπάω τη μίζα, και να, αφήνω τη γη!
ανεβαίνω στον παράδεισο, με μηχανή της κόλασης».
(Μάρσαρε τη μηχανή, κι η μηχανή ξεκίνησε, αλλάζοντας σχεδόν ελαστικά μορφή, καθώς πήρε την κλίση του σώ-ματός της. Τα μαλλιά της τινάχτηκαν προς τα πίσω, λες και ο αέρας τα είχε γραπώσει και τα κράταγε -μηχανή, κο-πέλα, το ντεμοντέ δερμάτινο σακάκι, την ανάρμοστα κομψή μπότα.)
«σαν αισθάνομαι στο δρόμο τους κραδασμούς της μηχανής μου, πόθοι ανάβουν τα λαγόνια μου... Έχω πιάσει τα εκατό, και νοιώθω από αίμα και φωτιά ...Τι με νοιάζει κι αν πεθάνω, με τα μαλλιά στον άνεμο...».
(...Νεότητα, επιπόλαια ερωτευμένη με τη στιγμή και τη φαντασία... Νεότητα, με την αλαζονεία της ομορφιάς της, νεότητα που δεν χαλαλίζει διάρα για ιδιαίτερες διαπραγματεύσεις με τη ζωή...)
...Όλοι λείπουν... Η Μπριζίτ Μπαρντό είναι μια αποτραβηγμένη, απεριποίητη γριά που ζή ολομόναχη σε κατάθλιψη στο νότο της Γαλλίας.
Ο Σερζ Γκαινσμπούρ θα είχε μόλις λίγες μέρες πριν γεννηθή, αν βρισκόμαστε στο 1928 -μα ήδη είμαστε στο 2008, ογδόντα χρόνια μετά, κι ο Σερζ έχει πια πεθάνει.
Ο Σαρτρ ζούσε και έγραφε για το Μάη στο Παρίσι, για την αποκομμένη και χωρίς νόημα μεταφυσική της μοίρας μας, για την ευθύνη μας απέναντι στη στιγμή, για την αρχετυπική μας σχέση με την ομορφιά και το θάνατο -μα όλα αυτά, σαράντα χρόνια πριν...
...Όλα περασμένα... Οι κοπέλες δεν αφήνουν τον αέρα να τους χαλάση το μαλλί -κι άλλωστε, αυτό είναι κρυμμένο στο κράνος ασφαλείας. Οι ταχύτητες των μηχανών έχουν διπλασιασθή από το 1968 -κι οι μηχανές δεν ρουθουνίζουν πια, μα βρυχώνται πριν ξεκινήσουν. Ωστόσο, δεν μπορούν πια ούτε καν αυτές να ερωτευθούν τη στιγμή...
...Κι όμως, για μια φευγαλέα στιγμή, χωρίς κινητά, χωρίς στέρεο, χωρίς πε-ριττά αξεσουάρ ή επιδεικτική επιτήδευση, όλα. Έρωτας, ανεμελιά, ίλιγγος, ο Σερζ, η Μπριζίτ, το αίμα, η φωτιά στα λαγόνια, η ζωή και ο θάνατος κατά Σαρτρ, σα να ξεχύθηκαν σφριγηλοί και ιδανικά νέοι, από τη βίαιη λάμψη των μαλλιών που χυμούσαν στην παραλιακή (ή ίσως στον ίδιο το χρόνο), ελεύθερα από κράνη και κώδικες...

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2008

Οι φίλοι μας τα ζώα ...

Παραμύθιασμα κι αυτό ... η «ζωοφιλία», λέξη αμετάφραστη σε κάθε άλλη γλώσσα πλην της ελληνικής, έχει εισβάλει εδώ και δεκαετίες στη ζωή μας, τα τελευταία όμως χρόνια, πέρα από τρέντ, έχει γίνει κριτήριο «κοινωνικής ορθότητος και αποδεκτότητος»


Ώ της ευγενείας ... ώ της γλυκύτητος και της παραμυθίας ψυχής ... ώ της λεπτότητος και ώ της αφάτου φιλαλληλίας ! ο Έλλην έγινε οψίμως και φιλόζωος .
Για ανοίξτε κάνα περιοδικάκι κυριακάτικης εκδόσεως, και θα δήτε στη σχετική στήλη ...
- είμαι ο Λίνος ο γατουλίνος .
- είμαι η Νίτσα, η μικρή σκυλίτσα από τη Μακρυνίτσα
- κι αν με κρατάει ο σπάγκος, δεν είμαι από το Λάγκος, είμαι ιγκουάνα από τα Γκαλαμπάγκος.
Ζωάκια χαμένα, κακοποιημένα, τσουρομαδημένα, αδικογεννημένα, έκθετα ή παρένθετα ... ζωάκια που αναζητούν τρυφερή και ζεστή αγκαλιά στον άνθρωπο.

Παραμύθιασμα κι αυτό ... η «ζωοφιλία», λέξη αμετάφραστη σε κάθε άλλη γλώσσα πλην της ελληνικής, έχει εισβάλει εδώ και δεκαετίες στη ζωή μας, τα τελευταία όμως χρόνια, πέρα από τρέντ, έχει γίνει κριτήριο «κοινωνικής ορθότητος και αποδεκτότητος». «Είσαι ο σκύλος σου». Είσαι εκλεκτός, και άρα η ράτσα του σκύλου σου πρέπει να είναι σπάνια και ακριβή. Επί πλέον όμως, πρέπει, έχοντας την αβάντα του σκυλιού των δέκα χιλιάδων ευρώ, να φερθής και «ζωοπολιτικώς ορθά», παρέχοντας στέγη, ή, αν όχι στέγη, έστω «προστασία», σε τουλάχιστον δύο – τρία «ημίαιμα» (αυτή την ανόητη λέξη για ό,τι κάποτε αποκαλούσαμε «μπάσταρδο», δεν την κατάλαβα ποτέ. Δηλαδή, το άλλο μισό, τι υγρό να είναι, αν όχι αίμα; μπλάντυ μαίρη;), έτσι, για να τονίζεται η ανωτερότητα του «δικού σου» σε σχέση με τα άλλα.

Η ράτσα δεν παίζει ρόλο. Φιλόζωος είσαι όταν κανακεύης ένα σκυλάκι ή ένα γατάκι και το διαπλάθεις σιγά - σιγά και με υπομονή «κατ’ εικόνα και ομοίωσίν σου» - κι ας χάσκει το χάσκυ στους σαράντα υπό σκιάν, κι ας βαλαντώνει το σαμογέτ που δίπλα στην παραλία ονειρεύεται τη χιονισμένη στέπα, κι ας πηδά το γατάκι του Σιάμ από το μπαλκόνι προς το κενό και την ανυπαρξία. Το ζωάκι «σου» δεν μπορεί να υποφέρει, διότι εσύ «έχεις τον τρόπο να το καταλαβαίνης και να το κάνης να σε καταλάβη και αυτό». Ασχέτως του ότι το έχεις εγκλωβισμένο στη βεράντα του ημιρετιρέ με τα γυαλισμένα πλακάκια, και το καημένο δεν ξέρει με τι μοιάζει το χώμα. Ασχέτως του ότι το στερείς από όλα όσα θα ήσαν στη φύση του, για να ταγιάρης τη βιολογία του στα μέτρα της δικής σου φοβικής συναισθηματικότητος ή των προσωπικών σου συνηθειών.

Και πιπιλάς μέσα σου και έξω σου το μεγάλο ψέμα, «γνώρισα τους ανθρώπους κι αγάπησα τα ζώα». Λάθος, φίλε/η, που με το σίκ κάζουαλ ντύσιμο περιφέρεις το οικόσιτο της ανίας σου σαν ένα ακόμη από τα αξεσουάρ σου. Δεν θέλησες ποτέ να γνωρίσης ή να αγαπήσης τους ανθρώπους – κι έτσι, προτάσσεις τα ζώα ως προκάλυμμα αλτρουϊσμού. Δεν κατάλαβες ούτε εκείνα ούτε τους ομοίους σου, και γι’ αυτό προσποιείσαι την στοργή ή την αγάπη υπό όρους ιδιοκτησίας, νομής και κυριότητος. Είσαι φιλόζωος από εγωκεντρισμό - διότι είσαι ζώο .

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2008

Εδώ σαργοίιιιι ....

(η συνέχεια και το τέλος της τετραλογίας της Κούλας και της Κατινίτσας)

Έτσι λοιπόν, με αυτοσυγκράτηση και με κρυφή λύσσα, Κούλα και Κατινίτσα προσεποιούντο τις φίλες και τις «δεν έχουμε τίποτε να μοιράσουμε καλέ, αντιθέτως». Η Κούλα μπαινόβγαινε στα σαλόνια των φιλενάδων της και έκανε τη μικρομέγαλη του τετραγώνου της, η Κατινίτσα το έπαιζε δυναμική ενζενύ, και έμπαιναν και οι δύο στις μύτες αλλήλων, με τρόπο όμως και τακτ, όπως αρμόζει σε καθωσπρέπει κυρίες.

Μέχρι που μια φορά, τέτοιες πρώιμες ανοιξιάτικες μέρες ήσαν, που είθισται η Κουλίτσα να γιορτάζη την λεγομένη «Κυριακή της Ορθολοξίας», τρώγοντας κατά παράδοσιν ψάρια. Είχε βγη λοιπόν η μαντάμ για ψώνια, και, περνώντας από την ψαραγορά, μέσα στις άλλες φωνές και τη χλαλοή, άκουσε έναν ψαρά με στεντόρεια φωνή να διαφημίζη την πραμάτεια του «Εδώ σαργοίιιιιι».

Ε, λοιπόν, αυτό ήταν. Η φράση του ψαρά, κάτι της θύμισε, που της έλεγε η γιαγιά της (εκείνη μιλούσε στην καθαρεύουσα). Κάποια φράση που έμοιαζε, τέλος πάντων, που σήμαινε «ντροπή για κάποια πόλη» - αλλά δεν τη θυμόταν ακριβώς τη φράση κι ούτε την πόλη (καθόσον την ψιλοβαριόταν την γιαγιά της, και δεν πολυδιάβαζε και στο σχολείο).

Πάντως, την κεντρική ιδέα τη θυμήθηκε από το «εδώ σαργοίιιιι» του ψαρά, και της ανέβηκε στο κεφάλι το για μήνες λιμνάζον αίμα της. Και μια και δυο, παρατάει αγορά και ψώνια, πετάει κάτω τις τσάντες, και χωρίς ούτε παπούτσια ν’ αλλάξη, τραβάει για τη δυτική γειτονιά και αρχίζει τις φωνές στις προδότρες φιλενάδες της.
«Τελείωσαν τα ψέματα, κυρίες μου, ή αυτή ή εγώ» τους ξέκοψε.
“βρε Κούλα, βρε Κουλίτσα, τι σε έπιασε πάλι, δεν το βλέπεις, με ειδικές ανάγκες είναι το καημένο, το παγιαβλό, δεν το λυπάσαι...» την καλόπιασαν εκείνες.

«Έτσι και στα επόμενα πάρτι την καλέσετε με το επώνυμό της ή την αναγγείλη έτσι κάνας μπάτλερ, δεν ξέρω κι εγώ τι θα γίνη, θα εκτραπώ σαν τον Αχελώο, σας το λέω» συνέχισε ανένδοτη η Κουλίτσα, με τη φράση του ψαρά να αντηχή ακόμη στους παραζαλισμένους λαβυρίνθους της («μα, να δης πώς το ’λεγε η γιαγιά», τριβέλιζε εν τω μεταξύ το μυαλό της ...).

Οι φιλενάδες της άρχισαν να αγριεύουν. Η αλήθεια είναι ότι της τα είχαν μαζέψει από χρόνια και καιρούς της Κουλάρας που δεν εννοούσε να κουλάρη και να τις αφήση σε ησυχία.

Από την άλλη όμως, σαν έξυπνες και μορφωμένες κυρίες που ήσαν, περιμαζώξανε και τα τρίξανε λίγο τα δόντια και στην ενζενύ, που νόμιζε ότι θα κατακτήση το Μανχάταν με το εξ αδιαιρέτου της.

Κουλίτσα και Κατινίτσα άλλωστε, είχαν και προβλήματα. Η πρώτη, περιΔΕΗς από κάτι απεργίες της ηλεκτρικής εταιρείας, είδε και έπαθε να τις κηρύξη παράνομες και καταπρηστικές. Η δεύτερη πάλι είχε τα μόνιμα προβλήματα με τα αδελφοξάδελφα, τα ψωραλέα της μακαρίτισσας κυρα-Γιούλας.

Κι έτσι, η λύση βρέθηκε, πρυτανευούσης της καλής θελήσεως του αν μπορείς κάνε κι αλλέως. Η Κουλάρα και η ενζενύ Κατινίτσα συμφώνησαν ότι η δεύτερη θα πάρη το ένδοξο και διαφιλονικούμενο επώνυμο της μαμάς της πρώτης, αλλά με την κατάληξη «-πούλου». Έτσι, η μεν μικρή θα μπορή να καυχάται στις φιλενάδες των δυτικών προαστίων ότι «ε, έβαλα και το ‘πούλου’ διότι ειμαι μικρή και χαριτωμένη», ενώ από την άλλη, η Κουλίτσα θα μπορή να διαδώση ούρμπις ετ όρμπις ότι η αντίζηλός της πήρε «τον πούλο» (ή, όπως τις ξέφευγε καμιά φορά και τα πρόφερε χύδην και λαϊκοτρόπως, «το μπούλο») - κι όσο για κοτέτσι ή μονοπάτι για την παραλία, ας ονειρεύεται, η τυχάρπαστη.

Η Κουλίτσα τα είχε καταφέρει για μια ακόμα φορά να κρατήση την πόζα ψηλότερα απ’ το τακούνι της. Όσο για την Κατινίτσα, σιγά ... Από κει πήγαν κι άλλοι

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2008

Σε πύρινο κλοιό η χώρα ...

Ουχ, σόρρυ, μπερδεύτηκα... σε «λευ-κό» ήθελα να πω. Πώς την έπαθα κι εγώέτσι! Αλλά να, συμβαίνουν αυτά. Κλοιός εδώ, κλοιός εκεί, κλοιός το Φλεβάρη,κλοιός τον Αύγουστο, πώς να μην το πάθης το σαρδάμ...

Για να μετρήσουμε λοιπόν τους κλοιούς, που κρατάνε την όμορφη χώρα μας δεμένη και δεν την αφήνουν να ανέλθη στο κολοφώνιο της πεπρωμένης δόξης της: Έχουμε και λέμε:

- ο πύρινος κλοιός. Αυτός επιδημεί στη χώρα τους καλοκαιρινούς μήνες, δηλαδή από Αύγουστο σε Αύγουστο κάθε χρονιά. Απειλεί και καταστρέφει βρυσούλες, λόγγους βουνά, ραχούλες, όλες δασώδεις και διαφιλονικούμενες,αυθαίρετα τσαρδάκια πάσης φύσεως και κατηγορίας, καλλιέργειες και λοιπές χασισοφυτείες, υποδομές και ανθυποδομές. Για τον πύρινο κλοιό ευθύνονται κατ' αποκλειστικότητα ο ανθρώπινος παράγων, η έξωθεν επιβουλή, οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες, η κατάρα του να είσαι Έλληνας, η εθνική μας γκαντεμιά, ενώ ΔΕΝ ευθύνεται ποτέ η κρατική οργάνωση, η ατομική ή συλλογική αβελτηρία, η ολιγωρία και η ελλιπής επαγρύπνηση. Σχετικές εκφράσεις: πύρινη λαίλαπα, μέγγενη της φωτιάς, κόλαση του πυρός.

- Ο λευκός κλοιός. Αυτός πάλι παρεπιδημεί στη χώρα όλους τους υπολοίπους μήνες (πλην, δηλαδή, του Αυγούστου). Δεν είναι απαραίτητο να φθάση μέχρι εμάς, μπορεί κάλλιστα να μας επηρεάση και από γειτονικές χώρες, είτε στέλνοντάς μας κάνα αεράκι που βαφτίζουμε «μανιασμένο», είτε κυρίως ψυχολογικά - κατά το σύνδρομο «περιμένοντας τους βαρβάρους», εν αναμονή δηλαδή της καθόδου του και σε μας - κι ας μη φτάση τελικά. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ενεργοποιούνται αυτόματα και προληπτικά τα σχέδια «Ξενοκράτης» και παρεμφερή, με πρωτοφανή μάλιστα επιτυχία (ενώ στην εν τη πράξει εφαρμογή χωλαίνουν κάπως...). Ο λευκός πανικός πάντως, όλως ακατανοήτως κολακεύει νοσηρά κάποιους υπευθύνους ναρκισσευόμενους, όπως ο αρμόδιος υπουργός μας, που τον θεωρούν, τρόπον τινά, «ένδειξη εξευρωπαϊσμού μας», και μας συνιστούν ετοιμότητα και ψυχραιμία ως αρμόζει σε πολίτες προηγμένης χώρας (sic!).

Όντως, κι εγώ γουστάρω απολύτως να ντεραπάρω με σουηδική ψυχραιμία στις εθνικές οδούς ή τις λεωφόρους των πόλεων και να σκέπτομαι ότι η σμύριδα των γερμανικών δρόμων εν πολλοίς εισάγεται από την Ελλάδα, της οποίας οι δρόμοι γλυστράνε σαν πίστα καλλιτεχνικού πατινάζ ακόμη και στη λιακάδα, κύριε Υπουργέ μου! Και ακόμη πιο Ευρωπαίος αισθάνομαι που ξέρω ότι οι τηλεφωνικές γραμμές βοηθείας αφθονούν για όλα τα προβλήματα, κατά τα πρότυπα του Λουξεμβούρ-γου τουλάχιστον, αλλά, κατά τα εγχώρια ειωθότα, είτε δεν απαντάνε ποτέ είτε σε αφήνουν μονίμως «σε γραμμή προτεραιότητος». Σχετικές εκφράσεις: «πρωτοφανής χιονιάς / παγετός», «η χώρα ντυμένη στα λευκά», «ο βοριάς που τ' αρνάκια παγώνει», «χιόνια στο καμπαναριό» κλπ.

- Ο «κλοιός των σκανδάλων». Αυτά τα τελευταία πάλι δεν περισφίγγουν τη χώρα εξ ολοκλήρου, αλλά πρωτίστως και κυρίως τους ιθύνοντες αυτής, οι οποίοι, αν και καμώνονται πως τα φοβούνται, στην ουσία τα επιζητούν ώστε να τα ελέγχουν. Η απουσία, δηλονότι, σκανδάλου, αποτελεί η ίδια σοβαρότατο σκάνδαλο και αίτιο κρυψιλεκτικής μουλωχτολογίας - που ήδη συνιστά κίνδυνο για την κρατούσα τάξη. Ένα και μονήρες σκάνδαλο πάλι, προκαλεί οργή, ερωτηματικά και αγανάκτηση. Πολλά σκάνδαλα, αντιθέτως, αλληλοεξουδετερώνονται, αλληλοαναιρούνται, δημιουργούν θυμηδία αντί αγανακτήσεως, θυμοσοφία αντί πολιτικών ερωτηματικών, και, εν τέλει, η ισχύς τους εκτονώνεται ολοκληρωτικά. Έτσι, σε αντίθεση με τους δύο προηγουμένους «κλοιούς», ο τρίτος αυτός κλοιός είναι ευπρόσδεκτος και απαραίτητος για κάθε σύγχρονη δημοκρατία, και συνιστά απαραίτητη παράγραφο στο αναθεωρημένο «κοινωνικό συμβόλαιο» του 21ου αιώνος.

Εγκαταλείπω, ελλείψει και χώρου, στον αναγνώστη τη διασκεδαστική πνευματική ενασχόληση με τους κλοιούς στους οποίους η κοινωνία μας αρέσκεται να αποδίδη την αμβλυωπία της. Κι άλλωστε, ουδέν καλόν αμιγές κακού. Οι πάσης φύσεως «κλοιοί» είναι μια κάποια λύση! Λύση για τους ταγούς, ως πρόφαση απραξίας, για τα ανδράποδα ως δικαιολογία αδιαφορίας, για τους λαθροβιούντες εγκεφάλους μας ως φενάκη εγρηγόρσεως.

Ένας ακόμα λευκός κλοιός πέρασε. Υγεία να ’χουμε, και θα χάψουμε κι άλλους.

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2008

Οι ναοί των Μουσών


«μουσείον, το», ναός ή ενδιαίτημα των Μουσών ή των Νυμφών 2. καθόλου, σχολείον τέχνης ή ποιήσεως κτλ πρβλ. Πλούτ. «ούτως αι Αθήναι καλούνται το της Ελλάδος μουσείον» 3. «Μουσεία», τα, εορτή των Μουσών 4. «Μουσείον, το», δηλ. Φιλοσοφική σχολή και βιβλι-οθήκη, ως το του Πλάτωνος εν Αθήναις (Διογ.Λ.) ή το εν Αλεξανδρεία (Στράβ. -δεν εχετε παράπονο, κοτζάμ Liddell a. Scott σας κατέβασα.

«μουσείον, το», «A building, place or institution devoted to the acquisition, conservation, study, exhibition and educational interpretation of objects having scientific, historical or artistic value» (λυπηρόν πλην αληθές, οι συ-ντομότεροι και ακριβέστεροι ορισμοί λέξεων σήμερα επιπολάζουν ευνοιοκρατικά στην αγγλική γλώσσα). Τες πα, δεν είναι αυτό το θέμα μας.

Το «μουσείο» λοιπόν, ενέχει τελεογενώς τη γνώση, την ιερότητα, το σεβασμό, καθώς και την προαγωγή της έρευνας και της διδαχής. Θεωρητικά, με σεβασμό θα έπρεπε να μπαίνουν σ’ αυτό οι θαμώνες του, και με σεβασμό θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται από τους προσπόλους του -το προσωπικό του. Ναι, μα ζούμε στην εποχή των αγοραίων πλουραλιστικών ερεθισμάτων, κι όχι στην εποχή της μαθήσεως! Ζούμε στην εποχή που κανείς πηγαίνει σε ένα Μουσείο μόνο και μόνο για να πάη, ή το, ακόμη χειρότερο, για να μην τον μεμφθούν «ότι δεν έχει πάει».

Τα ελληνικά μουσεία ωστόσο, έχουν άλλες ιδιομορφίες. Στην αυταπόδεικτη αλήθεια του ότι «όποιος μπαίνει στο μουσείο μας είναι ένας ηλίθιος που θα του κάνουμε και τη χάρη να τον φωτίσουμε, ΑΝ κιόλας τα παίρνη τα γράμματα», επιπροστίθεται η ακόμη πικρότερη αλήθεια του ότι «το μουσείο είναι ελ-ληνικό, αυτά τα φτιάξανε οι παππούδες μας και οι μπατζανάκηδές τους, και μάλιστα την εποχή που εσείς, οι υπόλοιποι, τρώγατε βελανίδια -σώς μπεαρναίζ». Έτσι, ο καθένας που μπαίνει στο μουσείο ΜΑΣ, προσέρχεται οιονεί ικέτης ή α πριόρι κομπλεξικός παρατηρητής, ίσως μάλιστα και επίβουλος, της αιώνιας δόξης μας.

Κι έτσι, ο κάθε λίγδης και λιποσταγής μυστακοφόρος, όπως ο υπάλληλος που είδα πριν λίγα χρόνια στο Αρχαιολογικό Μουσείο των Χανίων, δικαιούται να φωνάζη στην ξανθιά και εμφανώς αλλοδαπή παρασιτεμένη κυριούλα «μαντάμ, νο φώτογκραφς» εις επήκοον των πάντων. «Μπατ, ιτ χαζ νο φλάς», διαμαρτυρήθηκε εκείνη, για να εισπράξη ένα φιλικά επεξηγηματικό «Φλάς-ξεφλάς, νο!». «Μπατ, ιν Άθενς...» εξακολουθησε θρασύτατα το γραΐδιον. «Εδώ είναι Κρήτη, όχι Αθήνα», αποκρίθηκε με περηφάνεια το ηρωϊκό ζαγάρι του Ψηλορείτη.

Ή η κάθε ταγεροφορούσα και έχουσα πολιτικό μέσο πλεονάζον όσο και η κυτταρίτιδά της από το καθισιό υπάλληλος-φύλακας μουσείου, που κοιτάζει βλοσυρά το παιδάκι που τόλμησε να ακουμπήση με το βέβηλο χέρι του κάνα άγαλμα και κυρίως τους απολίτιστους γονείς του, και ξερνάει ένα ηχηρό «Ντόν’τ τάτς πλήζ» (άξεντ Θώδη), λες και το άγαλμα θα λιώσει δια της αφής, επίσης και αυτή δεδικαίωται από την ιερότητα του χώρου και των εκθεμάτων.

Αναπάντεχη εξαίρεση, τα μικρά επαρχιακά μουσεία, εκεί όπου οι άνθρωποι έχουν το χρόνο ή τη διάθεση να μιλήσουν σχεδόν με τα εκθέματα, να τα αγαπήσουν (εκεί που το «δικά μας» δεν πηγάζει από κάποια στρεβλή και υπερφίαλη σχολική εκπαίδευση, αλλά από το ότι τα βρήκαν πρόσφατα, στο χωράφι τους, στη γειτονιά, στα σπίτια, τα δέντρα και τα σπαρτά τους). Αυτοί, όταν μπαίνης θα σε καλωσορίσουν με αγάπη και περηφάνεια, θα σε ξεναγήσουν πρόθυμα και, αν θελήσης να τους ακούσης, θα μάθης την ιστορία του κάθε εκθέματος όχι όπως τη διάβασες στον οδηγό σου, αλλά όπως την έζησαν, μέσα από την αχλύ των θρύλων τους, οι ίδιοι εκείνοι και οι πρόγονοί τους που τα ανεκάλυψαν.

Άνθρωποι κι άνθρωποι, μουσεία και μουσεία. Σε άλλα, Μουσηγέτης δεν είναι πλέον ο Απόλλων, αλλά ο κερδώος Ερμής (και αναρωτιέται κανείς, πότε επί τέλους θα ξεκινήσουν και εδώ τα κέητερινγκ και οι δεξιώσεις στις αίθουσες των αρχαιοτήτων, όπως αλλού). Σε άλλα πάλι, μικρά, ξεχασμένα, μοναδικός παρατηρητής, αισθάνεσαι περιδιαβαίνοντας τα μικρά υπόλοιπα ξεχασμένων ζωών σε παλιομοδίτικες γυάλινες βιτρινούλες με δακτυλογραφημένες μικρές πινακίδες, το θρόϊσμα και το απαλό άγγιγμα, που ξέρεις ότι, ναι, είναι αυτό, το άγγιγμα της ζωντανής Μούσας σου.

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2008

Η ξενεροποιός φύση του έλληνος οδηγού...


Μια φυλή που πέρασε από τη φεουδαρχία στη μεταβιομηχανική κοινωνία και από τον τρίτο κόσμο στον πρώτο μέσα σε τρεις δεκαετίες, οι Έλληνες αδυνατούν να δουν το αυτοκίνητο σαν μια απλή μηχανή ή μέσο μετακινήσεως

Ο οδηγός μέσα στην διακόσια-κάτι μαύ-ρη ες ελ κέυ ήταν ένα παιδαρέλι. Αν και το κρύο του απογεύματος ήταν τσουχτερό, είχε το αυτοκίνητο ανοιχτό, ύφος αφηρημένο, κοψιά αδιάφορη, σχεδόν χωρίς χαρακτήρα και χωρίς αποχρώσα υπόσταση, πρόσωπο μάλλον άχαρο και αδόνητο. Φορούσε στο κεφάλι ένα κωμικό μάλλινο σκούφο που τον έβγαζε σε τέλεια αντίστιξη με το σχετικά καλό όχημά του. Δεν θα είχε κανείς κανένα λόγο να τον προσέξη, αν δίπλα στην πισινή πινακίδα δεν σου τράβαγε το μάτι ένα στίκερ με τον Τσέ Γκεβάρα όπως όλοι τον ξέρουμε -με τον μπερέ, την πίπα και τα μαλλιά του στον αέρα. «Η κατανάλωση δεν επισκιάζει πρότυπα και σύμβολα, απλώς τα εκθέτει ανεπανόρθωτα», σκέφθηκα. Ο φέρων πάλι, το μειράκιο των εικοσιλίγων ετών, είναι εντελώς ανεύθυνος της μηδαμινότητάς του, που μάλιστα την εκπληρώνει στην εντέλεια: προσφέρει το σωστό, ουδέτερο υποκείμενο για μια σειρά από λουστραρισμένα, περίβλεπτα, κομψά ή μοδάτα αντικείμενα. Κουβαλάει νιάτα χωρίς ζωντάνια, τεχνολογία χωρίς εξυπνάδα, επανάσταση χωρίς σπίθα.

Η παραδίπλα κυριούλα μέσα στο επιβλητικό SUV της (δεν ξέρω γιατί ντε και καλά τις λέω «σουβλατζούδες» αυτές τις κοπελιές με τα αυτοκίνητα που, για τη σωματική τους κατασκευή, φαντάζουν σαν ερπυστριοφόρα), α, αυτή ΕΙΧΕ χρώ-μα. Καλοτυλιγμένη μέσα σε κάτι ακριβό σαν μπέρμπερυ’ζ, με περιποιημένο ξανθό μαλλί, προσεκτικά βαμμένη, θα ήταν χάρμα οφθαλμών, αν το πηγούνι και τα χείλη της, σφιγμένα με μια έκφραση μισοαγανακτισμένης μπαναλιτέ, δεν πρόδιδαν μάλλον ύποπτη κοινωνική προέλευση, αλλά με καλό ριζικό. Εμφανώς κάποιος τη σύγχυσε τη μανδαμίτσα -κι όταν της έδωσα την προτεραιότητα, η ματιά της προς την κατεύθυνσή μου έδειχνε μόνο μια βαριεστημένη επιθετικότητα. Δεν χαιρετάνε αυτές οι κοπέλες, σκέφθηκα, είτε τις διευκολύνεις είτε τους δώσης προτεραιότητα. Δεν σε κοιτάνε καν, παρά μόνο αν χρειασθή, για να σε βρίσουν. Όπως η κοπελίτσα, νεότατη και πολύ όμορφη μελαχρινούλα, που πριν λίγες μέρες με είχε λούσει με τα εξ αμάξης, μόνο και μόνο διότι διέσχιζα τη διάβαση πεζών, χωρίς να έχη προσέξει ότι η ίδια παρέβαινε κόκκινο φανάρι. Είναι, οι καημένες, φοβικές και αμήχανες στην άμυνά τους.

Αν ο Φρόυντ ήθελε να μελετήση τη σχέση του αυτοκινήτου με τον ψυχισμό του Έλληνα, ίσως θα είχε γράψει νέα κεφάλαια στην θεωρία του για το σεξ και τα φύλα. Για μια φυλή που πέρασε από τη φεουδαρχία στη μεταβιομηχανική κοινωνία και από τον τρίτο κόσμο στον πρώτο μέσα σε τρεις δεκαετίες, οι Έλληνες αδυνατούν να δουν το αυτοκίνητο σαν μία απλή μηχανή ή μέσο μετακινήσεως.

Για τον άνδρα, είναι το σύμβολο του κοινωνικού του στάτους ή των φιλοδοξιών του, ο διερμηνέας των μηνυμάτων των φερομονών του προς πάσα κατεύθυνση, ή, απλώς, «το εργαλείο του», η προέκταση του φαλλού του, άλλοτε ακριβό, μεγάλο, αξιόπιστο, ανθεκτικό και σταθερό, άλλοτε χαριτωμένο, γρήγορο, ευέλικτο και ατίθασο. Η αργή ταχύτητα λέει «θαυμάστε με, προελαύνω», οι σφήνες «δεν ξέρεις από πού θα σού χωθώ».

Για τη γυναίκα πάλι, είναι ταυτόχρονα η χειραφέτηση και η πανοπλία, η ανεξαρτησία της από το σπίτι - φυλακή, η ελευθερία της και η ελκυστική, κινητή οχύρωσή της. Μια πανοπλία, βέβαια, που κουβαλιέται αρκετά δύσκολα, όπως και η χειραφέτηση. Η γυναίκα δίνεται στο αυτοκίνητο όπως στον εραστή της τις περισσότερες φορές: μηχανικά, νευρικά, αμήχανα, σφιγμένα και ενοχικά. Έτσι και οδηγεί, κι ας έχη τουπέ. Δεν κοιτάζει γύρω της, ούτε από τους καθρέφτες. Η ιδιοδεξία της είναι απασφαλισμένη, ο προσανατολισμός της κατά κανόνα εκμηδενισμένος, ενώ τα αξεσουάρ της, τσιγάρο, κινητό, κραγιόν στο φανάρι και καλή καρδιά, αποσκοπούν στο να της θυμίσουν το τι θα ήθελε να κάνη στην πραγματικότητα.

Κι όλοι μαζί, γυναίκες και άντρες, ως πεζοί νοιώθουν να προηγούνται επειδή είναι πεζοί, ως οδηγοί δεν νοιώθουν να προηγούνται διότι οι άλλοι είναι πεζοί. Το άγχος με το οποίο οδηγούν, και που εκδηλώνεται πάντα, και όχι μόνον όταν έχουν αργήσει στη δουλειά τους, είναι το διάχυτο άγχος της ενδεχομένης ανεπαρκείας τους ή ο μύχιος φόβος ότι θα «καπελωθούν» ή θα υπερσκελισθούν.

Ο Έλληνας οδηγός δεν είναι ιππότης, ούτε και η Ελληνίδα αμαζόνα της ασφάλτου -κι ούτε μπορείς να είσαι κάτι τέτοιο, όταν ο μπαμπάς σου μετά βίας καβάλαγε γαϊδούρια και μουλάρια. Ο ιδιότυπος ελληνικός οδικός πολιτισμός δείχνει εμφανέστερα από κάθε εκδήλωση της ζωής μας την κοινωνική μας βραδυπορία και, συχνά, την προσωπική μας βραδύνοια.

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2008

Σκάφανδρα ατομικής εξουσίας

Ο άνθρωπος της εποχής μας φοβάται, ανεξήγητα ίσως, μα περισσότερο από ποτέ, τον διπλανό του
Διανύουμε εποχές όπου τίποτε δεν συμβαίνει. Δεν είναι ασφαλώς το τέλος της ιστορίας, όπως υποσχόταν πριν από μιάμιση δεκαετία ο ανεκδιήγητος Φουκουγιάμα, σίγουρα όμως είναι η «ανερέθιστη περίοδος» του «interreg-num» της «μεσοβασιλείας», όταν ο παλιός ιδεολογικός βασιλιάς έχει πε-θάνει, ενώ ο νέος δεν έχει ακόμη γεννηθή. Απυξίδωτος και απηδάλευτος από κάποιο κοινωνικό όραμα και απτές αξίες ο άνθρωπος, με τον -όποιο- ορθολογισμό να τον βυθίζη στον ατομισμό και με τον -όποιο- πραγματισμό να τον εμβαπτίζη στη μηδαμινότητα, βρίσκεται μπροστά στο δίλημμα του να «αναζητήση» τη δύναμη, ή απλώς να την «υποδυθή».
Αν οι σημερινοί θεοί μας έκαναν ορατούς το δρόμο της αρετής και το δρόμο της κακίας, ο πρώτος θα ήταν σίγουρα σπαρμένος με αγκάθια αναπάντητων σκέψεων, ζιζάνια αμφιβολιών, λακκούβες οδυνηρών αποψευδαισθήσεων και, ίσως, ένα χαμολούλουδο με κά-ποιο χρώμα που να θύμιζε ζωή -ενώ ο δεύτερος, ασφαλώς θα ήταν μια λεωφόρος γεμάτη απαστράπτοντα ταχέα οχήματα μιας διαδρομής απατηλά κυκλικής, με κέντρο ένα υπαίσθητο «εγώ».

Ο άνθρωπος της εποχής μας φοβάται, ανεξήγητα ίσως, μα περισσότερο από ποτέ, τον διπλανό του. Ακόμα κι όταν τον γνωρίζει, δεν του προτείνει το δεξί του χέρι σε χαιρετισμό με διάθεση ευμενείας και κατανοήσεως, δεν τον «δεξιούται» πια με εμπιστοσύνη, αλλά του προβάλλει τα νοητά και αόρατα όπλα του προτεταμένα: τη δουλειά, την επιρροή, την επιτυχία ή την εγωπαθή του αυτεγκύρωση που δεν επιδέχεται αντιρρήσεις.

Δέστε τον στο δρόμο, μόλις φευγάτο από το όμορφο σπίτι του, μέσα στο μεγάλο ή ψηλό αυτοκίνητό του, με τα σκοτεινά τζάμια. Απαγορεύονται τα σκοτεινά τζάμια, εμποδίζουν την θέα του δρόμου στον πίσω, ενοχλούν -αλλά ποιος ενδιαφέρεται για τον πίσω... το ζητούμενο είναι να κρυφθή από τη θέα των άλλων ανθρώπων ο οδηγός, το υποκείμενο της αλληλοφοβίας. Αν κα-τέβη, θα φοράη μαύρα γυαλιά ηλίου -ποτέ δεν έβλεπε κανείς τόσα πολλά σε τόσο ασυνήθιστες ώρες ή εποχές- που θα σκιάζουν το βλέμμα που μάλλον δεν είναι πιο εκφραστικό ή πιο κινητικό από τα ίδια τα γυαλιά. Η γοητεία του πια δεν βρίσκεται ούτε στην πρόσχαρη προσήνεια, ούτε στη θέρμη της ηδυπαθείας, ούτε καν στη συναρπαστική α-πλότητα της ευγενείας -αλλά βρίσκεται κολλημένη σε τόνους γλοιώδους ζελέ που δεν αφήνουν ελευθερία ούτε σε μια τρίχα, ή σε επιμελώς καρφιτσωμένες γωνίες χειλιών σχεδιασμένες από ώρες αυτάρεσκης μιμικής.

Το σπίτι του είναι το κάστρο του, μα δεν προσδιορίζει την ιδιωτικότητά του, όσο τον τροπισμό του στις επιταγές του «μαστ της μονιστικής ευημερίας» -τα μίντια ρουμ, τα πλαίυ ρούμ, τους χώρους δηλαδή που θα του επιβάλουν τις δραστηριότητες εκείνες, για τις οποίες έγιναν αυτοσκοπός.Η συνοδός του είναι το πρόθυμο τρόπαιο της αταβιστικής και ίσως λίγο αμφισβητήσιμης λιβιδινικής επαρκείας ή, αλλιώς, το αντικείμενο της εξουσιαστικότητος. Οι φίλοι, είναι οι όμοιοι κι απαράλλαχτοι μ’ αυτόν, σύντροφοι της αυτοπαθείας του. Η δύναμή του είναι η ψευδαισθητωσική δικαιοδοσία του στην εξουσία. «Εξουσία», από το ρήμα «έ-ξεστι», ήταν κάποτε αυτό που μας «άρμοζε». Σήμερα, είναι αυτό που υποδυόμαστε, το αυτάρεσκο μέτρο της ανωτερότητός μας και της ηλεκτροφόρου αποστάσεώς μας από τον αδιάφορο δίπλα.

Ο νέος τύπος ανθρώπου της εποχής μας είναι εδώ, και δεν χρειαζόταν καν κάποιος «μεγάλος αδελφός» για την γένεσή του. Ο ίδιος είναι ο μεγάλος αδελφός, ντυμένος με την απροσπέλαστη πανοπλία της εγωϊστικής του ενδοστρέφειας, την υπερεγωτική και αγελαία του υπαγωγή στους συρμούς της ομογενοποιήσεως της συμπεριφοράς, με το φόβο και την ανασφάλειά του μπροστά στην πρωτοτυπία ή τη συγκυρία που μπορεί να διαταράξη την λαθροβίωσή του ή να αυξομειώση τις κοινωνικές του μεταβλητές: ο «άνθρωπος-ίματζ», ο άνθρωπος που αντάλλαξε την ευδαιμονία για τον ευδαιμονισμό και που στέρεψε ποίηση και τέχνη. Η μετάλλαξη υπήρξε επιτυχής, η ελπίδα ή η πολλή σκέψη περιττεύουν πια!

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2008

Το «τάγμα της ζαρτιέρας»


Μια πικάντικη σάλτσα επισκιάζει τη νοστιμιά ή την κακογευσία παντός εδέσματος, και το επουσιώδες θα βρη πάντα τον τρόπο να καπελώση το ουσιώδες


Κατά τον Μισέλ Φουκώ, η εξουσία δεν συνίσταται μόνο στην απόκτηση ή την εκχώρηση δύναμης και ταυτόχρονα της δικαιοδοσίας να την εξασκή κανείς με στόχο την «παραγωγή πολιτικών αποτελεσμάτων», αλλά εμφωλεύει εξ ίσου ή περισσότερο, και μάλιστα απρόσωπα, στο σύστημα ή τον πολιτισμό που κληρονομεί μια κοινωνία, ελέγχοντας τα μέλη της κατά τρόπο συνεκτικό, ευοδωτικό, ανασταλτικό ή, ενίοτε, ακόμη και καταστροφικό.

Ίσως η άποψη αυτή του Φουκώ, όχι ανεπηρέαστη από την κοινωνική ψυχολογία, να εξηγή την «ιδιαιτερότητα του Ελληνος ευρωανατολίτου» και την αμφιθυμική του συμπεριφορά προς τους ασκούντες την εξουσία στη χώρα του.


Ο Έλληνας θέλει τους πολιτικούς του άρχοντες «μουρντάρηδες». Για μια μοιχεία και για μια Μιμή παραχώρησε στον «σιδερένιο» άλλη μια θητεία, όταν ήδη εκείνος έπλενε τα πόδια του στην Αχερουσία. Ένεκα μιας Μόνικα, συγχώρησε στον Κλίντον ακόμη και τους βομβαρδισμούς της Γιουγκοσλαβίας. Μια Σεσιλιά και μια Κάρλα τον κάνουν να αναζητή τις «ελληνικές ρίζες» του καραδεξιού και αλαζόνος Σαρκοζί (κι ας είναι εβραϊκές...).

Η «ροπή προς τη σάρκα», παράβαση των ιερών και οσίων της αγγλοσαξωνικής πολιτικής παραδόσεως που θέλει τους ηγέτας ικανούς να την τιθασσεύουν (όπως την τιθάσσευσε ο Εδουάρδος ο Γ΄ σηκώνοντας με περισσή σεμνότητα και σεβασμό την πεσμένη ζαρτιέρα της κομίσσης του Σώλσμπερυ, πλουτίζοντας ταυτόχρονα το βρετανικό θυρεό της πατρίδος του με τη μία από τις δύο του παροιμιώδεις φράσεις), στη χώρα μας αποτελεί την απαραίτητη λαϊκίστικη γαρνιτούρα δι’ απροσάρμοστους μιας εξουσίας κατά τα λοιπά σχεδόν φεουδαρχικά σκοτεινής.

Μοιραίος ο Βαρθολομαίος, επιπόλαιος ο Ζαχόπουλος, χαριτωμένα και δήθεν τσαχπίνικα τα περισσότερα «γραικά γερόντια της Αβουλίας των Ελλήνων» και τα χωρίς ποιόν και ποιότητα πολιτικά τους παραμαζώματα, προσομοιώνονται στην τόλμη των ηθών με το μέσο ανθρωπάκο, που βλέπει σ’ αυτούς τον ίδιο του τον εξησθενημένης θελήσεως, ελαττωμένης φαντασίας αλλ’ αχαλινώτων φαντασιώσεων εαυτό -και μετά από την ψευδαισθητική αυτή προσομοίωση, τον κάνουν ό,τι θέλουν. Ο μέσος ανθρωπάκος έχει, επιτέλους, ένα τουλάχιστον κοινό σημείο με τους σημαντικούς που τον κυβερνούν -το ζωηρό υπογάστριο.


Μια πικάντικη σάλτσα επισκιάζει τη νοστιμιά ή την κακογευσία παντός εδέσματος, και το επουσιώδες θα βρη πά-ντα τον τρόπο να καπελώση το ουσιώδες. Κι αν το φάσμα του φωτός αρχίζει με το υπέρυθρο και καταλήγει στο υπεριώδες, το πολιτικό φάσμα, όποια άλλα χρώματα κι αν διαθέτη κατά καιρούς, αρχίζει με το ροζ και καταλήγει στο κίτρινο.

Ποιός λοιπόν θα νοιαστή αν νομοσχέδια αναπτύσσονται, άλλα παρατιούνται, αλλαγές καθυστερούν ή ακυρώνονται, νόμοι καταστρατηγούνται, εγκύκλιοι ερμηνεύονται «διασταλτικά» (λέξη κι αυτή...!!!) ή κατά το δοκούν, δικαστικοί εξωνούνται ή προεπιλέγονται αλα κάρτ και δημοσιογράφοι ασκούν πολιτική! Ποιός νοιάζεται αν η πολιτική μας ζωή περιορίζεται στα στεγανά πέντε-δέκα «οικογενειών παραγωγής πολιτικών» κι αν είναι απροσπέλαστοι προς τον πολίτη μέσω ενός αυταρχικού κρατικού μηχανισμού που θυμίζει στάζι, γκε πε ού και νι κα βε ντέ μαζί! Όταν η πολιτική ή η κοινωνική πίεση υπερβή ένα κριτικό σημείο, η βαλβίδα διαφυγής ανοίγει -και έχει το σχήμα της κλειδαρότρυπας. Η κυρία Θωμαΐς εξέτρεψε τα μυαλά των Ελλήνων από υποκλοπές, πακιστανούς και καταχρήσεις. Η κυρία Τσέκου από Μαγγίνες και ασφαλιστικά. Μερικοί νεαροί (είναι βλέπεις και η αγαμία του ανωτέρου κλήρου...) έβγαλαν λάδι την Εκκλησία της Ελλάδος από σειρά σκανδάλων που εκτονώθηκαν ακριβώς δια της «μεθόδου της περικνημίδος».


Κι ο Έλληνας, μεταξύ μιας ζαρτιέρας και ενός στρινγκ, άβουλος και ανώριμος, με το ένα μάτι στην Ευρώπη και το άλλο στη Μέση Ανατολή, με το ένα αυτί να ακούη καν-καν και με το άλλο την κομμουνιστική διεθνή, φενακίζεται με την ιδέα της «δικαιοσύνης» ή της «ισονομίας». Κνώδαλα που είμαστε...!!!

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2008

...πολλά φαγών και πολλά πιών...

μετά τα επιδόρπια πάντα και κατά τη χώνεψη αρχίζει η φιλοσοφία της ζωής, ο απολογισμός των πεπραγμένων, οι προγραμματισμοί και τα ανασκουμπώματα

E, αυτό ήταν, πάει, έτσι γρήγορα και χωρίς να το καταλάβουμε, πέρασε και αυτό το ενιαύσιο ορόσημο της ζωτικής μας ελαφρότητας, αφήνοντάς μας κατά ένα χρόνο μεγαλύτερους, κατά κάμποσα κιλά βαρύτερους, κατά κάμποσα ευρώ φτωχότερους και, ευελπίστως, κατά λίγη ξεγνοιασιά πλουσιότερους.


Μαζί του πήρε (σχετικές στατιστικές προσεχώς) τους ατμούς και τις αναθυμιάσεις εκατομμυρίων τσιγάρων ή μυ-ριάδων φιαλών οινοπνεύματος, πολλαπλομύρια αχρήστων θερμίδων, τερραμπίτς ολόκληρα μηνυμάτων ψηφιακής αγάπης (αφού πια το χαρτί και το μελάνι ως απαραίτητα επικοινωνίας έχουν θεσμικά αποπεμφθή από αγοράς), εκατομμύρια πτώσεις και παλινορθώσεις ρηγάδων, ρηγισσών και βαλέδων, εκατομμύρια ευφοριογόνα λαμπάκια, λάμπες, λαμπιόνια, στρας, πούλιες, γυαλάκια, αφού, ως γνωστόν, «βίος ανεόρταστος, μακρά οδός απανδόκευτος». Και τώρα, κάθε κατεργάρης στον πάγκο του...

Ένα πάγκο, ασφαλώς, που είχε πολύ καιρό να μας δη, μιας και οι κύριες γιορτές έπεσαν μεσοβδόμαδα (κι ο πάντα πολυμήχανος στα περί την αργίαν νεοέλληνας, ό,τι δεν μπορεί να κάνη τετραήμερο, το κάνει πενθήμερο). Όχι φυσικά ότι δεν μας άρεσε η χειμωνιάτικη αλεξιεργία, που άδειασε τους δρόμους για ένα ολόκληρο δεκαπενθήμερο, παραδίδοντάς τους στην αποκλειστική χρήση της ραστώνης και της ανεμελιάς -κάθε άλλο μάλιστα! Μας απέδειξε άλλωστε περίτρανα πόσο περιττές είναι πολλές από τις καθημερινές μας δραστηριότητες, και πόσο ευχερώς διεξαγώγιμες δια της μεθόδου της «επί μακρόν ή επ’ αόριστον αναβολής».

Αν, τουτέστιν, αντί να κουβαλάς το άχθος σου στην πλάτη σου, το απιθώσης κάτω και περιμένεις, πάντα κάποιος στο φιλάνθρωπο αυτό κράτος θα σε βοηθήση να το σηκώσης -ή ίσως και θα το σηκώση για σένα κιόλας! Κανένας, ας πούμε, λόγος για εμπρόθεσμη πληρωμή χρεών (η προθεσμία θα παραταθή. Και, επειδή η τύχη βοηθά τους τολμηρούς, αν δεν πληρώσης καν για μερικά χρόνια, μετά θα σου γίνη και διακανονισμός με έκπτωση). Ή, κανένας λόγος για σπουδή στην επιστροφή στην εργασία ή στο σχολείο -απαραίτητη η «buffering period» για να μας επανεισαγάγη στο πνεύμα της ρουτίνας «με το μαλακό» (καθ’ όσον, μετά τα επιδόρπια πάντα και κατά τη χώνεψη αρχίζει η φιλοσοφία της ζωής, ο απολογισμός των πεπραγμένων, οι προγραμματισμοί και τα ανασκουμπώματα).

Φευ όμως... με τέμπο ή βιάση, πάλι εδώ... ορεόπλαγκτοι Σελίου, Λαϊλιά, Τριών, πέντε και εικοσπέντε πηγαδιών, αλλά και Ζέλντερν, Κορτίνα, Σαμονύ και Μπάνσκο, που για δυο ολόκληρες βδομάδες αγκομαχούσατε σε ρυθμό 4 επί 4, παρεπίδημοι Παρισίων, Κούβας ή και Λούξορ μετά του Σαρκοζί και της Μπρουνίλδης του («to take the sun»!), αδειούχοι ή ρεπούχοι ή απλώς στυγνοί καταχρασταί του κοινωνικού συμβολαίου και μόνιμοι συμβασιούχοι της ανοχής, τα ψέματα τελείωσαν. Πίσω στις θέσεις μας, αρκετά κοροϊδέψαμε. Είναι η ώρα να αλληλοδουλευτούμε, όλοι μας, για έναν ακόμη χρόνο, χωρίς όνειρα, ευχές και ρομαντισμούς, χωρίς αποδράσεις, υπεύθυνα και συλλογικά, από τα πόστα μας πια! Επόμενη στάση: «Εκπτώσεις».

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2008

Αγάπη...!

Δεν θέλω καν να χρησιμοποιήσω τη λέξη, κι ούτε ενδιαφέρομαι να νοιώσω ακαθόριστα το αίσθημα, αν αυτό δεν μεταλλάσσεται σε «χρέος», «τιμή», «ευγένεια» ή «κατανόηση»

Στις άγιες μέρες, ασφαλώς και ταιριάζουν οι αναμάρτητες σκέψεις! Κι έτσι, θα πάψω για μία και μόνη σελίδα να κολαφίζω και να λιβελογραφώ, να σαρκάζω και να ειρωνεύομαι, και θα ασχοληθώ με το ευγενέστερο αίσθημα της κορωνίδος της δημιουργίας -κι εκάς οι βέβηλοι!

Για την αγάπη μιλάω, φυσικά, την λαλήσασα δια των προφητών της κάθε κάπως αποδεκτής και σικάτης την σήμερον θρησκείας και φιλοσοφίας! Την μείζονα πίστεως και ελπίδος, την αδελφή της σοφίας κατά τη χριστιανική μας θεώρηση!

Η λέξη, ανύπαρκτη στην ελληνική γλώσσα μέχρι τους όψιμους ελληνιστικούς χρόνους, εκκωδικεύει όλο το οπλοστάσιο των θετικών διανθρωπίνων αισθημάτων: της «στοργής», της «συμπάθειας», της «ταυτίσεως», της «φιλίας», της «φιλαλληλίας», φέρνει το βάρος χιλίων στροβιλιζομένων λέξεων, όλων όμως στερημένων από το πολύτιμο έρμα της σαφηνείας.

Πράγματι, η αγάπη δεν ορίζεται -γίνεται ίσως μόνον συγκεχυμένα αντιληπτή, σαν ευλογία με πλούσιο και καρπερό σπόρο, ή σαν αρρώστια, με φάρμακο την ακόμα περισσότερη αγάπη. Δεν προσμετράται, παρά μόνον με τη σκέψη της απώλειας του αντικειμένου της, δεν εκφράζεται με τίποτε, δίνει όμως τη δύναμη να εκφράσουμε τα πάντα -θεός ο άτρωτος απ’ αυτήν, πιο θεός ακόμα το θύμα της.

Για τον Λακάν, «αγάπη είναι το να προσφέρης σε κάποιον που δεν το θέλει κάτι που δεν το έχεις» - έξοχο δείγμα «συμβόλου» ή φαντασιώσεως. Σαν εκδήλωση βαθειάς και καθαγιασμένης από τους αιώνες ιδιοτέλειας, συχνά ριζωμένη στο βιολογικό μας υπόστρωμα ή το κοινωνικό μας υποσυνείδητο, η αγάπη είναι αναπόσπαστη από την ύπαρξή μας και δυσερμήνευτη σαν και αυτήν. Βγάλτε της έναν-έναν τους πέπλους της, την «αγελαία συνοχή», τη «βιολογική έπειξη», τη «συμμαχία των ομοίων μας», ακόμη και τη «συνήθεια», και θα τη βρήτε εκεί, γυμνή και ανεξιχνίαστη, δημιουργική και φθαρτική, ταυτόχρονα φρέσκια και αρχετυπική, όπως η Σαλώμη μετά το χορό της.

Δεν ξέρω γιατί πρέπει να αγαπώ, κι ούτε θα το μάθω ποτέ. Δεν θέλω καν να χρησιμοποιήσω τη λέξη, κι ούτε ενδιαφέρομαι να νοιώσω ακαθόριστα το αίσθημα, αν αυτό δεν μεταλλάσσεται σε «χρέος», «τιμή», «ευγένεια» ή «κατανόηση». Υπερανάλυση, το ξέρω, απαραίτητη όμως, αν δεν θέλουμε η αγάπη να γίνη γράμμα κενό ή καπριτσιόζικη πράξη αρρωστημένης αυτοπαθείας.

Καθ’ όσον, πάνω απ’ όλα, ίσως, όπως λέει ο Πώλ Μοράν, δεν είναι αίσθημα, αλλά τέχνη. Δεν ρέπουμε αναγκαστικά προς αυτήν, αλλά την επιλέγουμε - και την επιλέγουμε με στόχο άγνωστο, και με μόνο κίνητρο το πολύπλοκο και ιδιωτικό φαίαρπλαίυ του «σαβουάρ αιμέ».

Αυτήν λοιπόν την αγάπη, την προσωπικά σμιλεμένη, την ανεπηρέαστη από φιλολογίες αλλά και γεμάτη αυτεπίγνωση, εύχεται η στήλη στον αναγνώστη της σε ευθύφορες και επαρκείς δόσεις για τις γιορτές και, φυσικά, για τη Νέα Χρονιά!

Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2007

Μήπως είμαι τρελός,

Μπορεί μεθαύριο να προστεθώ κι εγώ στις ορδές των βακτηριούχων περηφάνων γηρατειών μας και να κυνηγάω τον κάθε αρμόδιο όπως οι Αχαρνής τον Δικαιόπολι. Προς το παρόν όμως, το διασκεδάζω!


Το μεγάλο καλό με τη χώρα μας, δεν είναι ούτε οι κάμποι, ούτε τ’ άσπαρτα ψηλά βουνά, ούτε καν ο Γυφτοχαζόπουλος ή η Ρούλα κι η Ξερούλα.

Το μεγάλο καλό είναι ότι, παρά τα ξόμπλια αυτά, στη καρικατουροχώρα τούτη κανείς δεν πλήττει εύκολα. Γι’ αυτό και οι Έλληνες αγαπάνε τη ζωή. Γι’ αυτό και δεν μελαγχολούμε, δεν το ρίχνουμε στο αλκοόλ και τα βαρβιτουρικά, δεν αυτοκτονούμε ή ακόμη και αντιστεκόμαστε στον πειρασμό να πάρουμε μια τούρτα, γιαούρτια και αυγά, και να γιαουρτώνουμε, όπως στο Βέλγιο και στη Γαλλία, τους δημοσίους άνδρες μας.

Μα, ποιος άλλος τάχα θα μπορούσε να μας εγγυηθή τόσο γέλιο, τόσο βίτσιο και τόσο παράλογο, όσο η δημόσια ζωή μας;

Να, πάρτε το ασφαληστρικό.

Εγώ από οικονομικά δεν σκαμπάζω, ούτε ξέρω ποια είναι τα υγιά ταμεία, και ποια τα φιλάσθενα, ούτε πώς κατήντησαν εκεί, ούτε και πόσο βαθειά θα πρέπη να φτάση «το μαχαίρι στο κόκκαλο» (ποιο κόκκαλο, δηλαδή, στην Ελλάδα τα κόκκαλα υπάρχουν μόνο στον Εθνικό Ύμνο. Όλα τα άλλα εδώ, ιστορία, πολιτική, οικονομία, πράξη και θεωρία, δεν έχουν ερειστικό σύστημα, είναι ένας μαλακός και γελατινώδης γλοιώδης αχταρμάς ακαθορίστου ποιού).

Μπορεί το θέμα να εξερράγη ως χειμερία νάρκη (την άλλη νάρκη εννοώ, όχι την πολιτισμική μας κατάσταση), ή μπορεί το πρόβλημα να έχη φτάσει στο ως εδώ και μη παρέκει, δεν αντιλέγω. Ή μπορεί μεθαύριο να προστεθώ κι εγώ στις ορδές των βακτηριούχων περηφάνων γηρατειών μας και να κυνηγάω τον κάθε αρμόδιο όπως οι Αχαρνής τον Δικαιόπολι. Προς το παρόν όμως, το διασκεδάζω!

Διασκεδάζω με τον υπουργό που έκανε ό, τι και πολλοί άλλοι Έλληνες (δηλαδή, μετέτρεψε τη δουλεία σε φιλανθρωπία, «φιλοξενώντας» εδώ μία οικογένεια ανεστίων μεταναστών) στο «αναψυκτήριό» του. Ε, ναι, είπατε τίποτε; «Αναψυκτήρια», λέει, τα σπίτια στο Κορωπί, «έτσι εκδίδονται οι άδειες»! Ε, ναι, φυσικά, σε τέτοιο «τόπο χλοερό και τόπο αναψύξεως». Κι ούτε ένας αρμόδιος δεν βρέθηκε να εξαναστή και να τα διερευνήση αυτά τα αναψυκτήρια, ούτε ένας συναρμόδιος να διαψεύση ή να επιβεβαιώση ή έστω να ενταλή κάποια έρευνα του παραλόγου! Όπως θα έλεγε και ο σεπτός Τερτυλλιανός της εκκλησιαστικής μας ιστορίας «credo, quia absurdum est» (τα πιστεύω, διότι είναι απίστευτα).

Ή διασκεδάζω με τον πρωθυπουργό, που, μια ζωή στο «ψαχούλεμα», απρόθυμος, ή ανίκανος, ή ανέμπνευστος, θα λύση το πρόβλημα «με ήπιες αλλαγές»-κι, εν τω μεταξύ, ο ίδιος περί αλ-λότρια τυρβάζει, η γεωπολιτική της ενε-ργείας τον εμάρανε.

Ε ρε αυγοδυναμία που σου άξιζε και σένα...

Ή με την ήδη αντικαταστήσασα υπουργό, συμβολικώς του «τρυφερού φύ-λου», που ήδη επικαλέσθηκε την μάχη της για την Ολυμπιάδα! Μα, Αγαπητή κυρία Υπουργέ, τη μάχη εκείνη, το ’89, την είχατε χάσει πανηγυρικώς! Ή μήπως ως «μάχη» εννοείτε την Ολυμπιάδα του 2004, που σας προσεφέρθη στο πιάτο;

Τήνελλα, Κατήνελλα!

(Καλά να ’μαστε πάντως, θα επανέλθουμε με καλλίτερα ακόμη! Η υπόθεση, να το δήτε, θα βγάλη πολύ γέλιο).

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2007

Multiφιλάνθρωποι

Ο σημερινός φιλάνθρωπος δεν είναι ακριβώς «φιλάλληλος», αλλά «μαικήνας της φιλαλληλίας». Δεν αναζητεί τόσο το πώς θα συνδράμη, όσο το πώς η συνδρομή του θα αποτυπωθή και θα ενσωματωθή στην καλά σμιλεμένη εικόνα του

Κάποτε, και σε όχι πολύ παλιές εποχές, η φιλανθρωπία ήταν εντελώς διαφορετική απ’ ό, τι την αντιλαμβανόμεθα σήμερα. Σε εκείνες τις παρελθούσες δεκαετίες, ανακατεμένη, είναι αλήθεια, με υπερβολικές δόσεις χριστιανικής ταπεινότητος, προϋπέθετε την προσφορά στον έχοντα ανάγκη δια της θυσίας και του προσωπικού μόχθου, ήταν δε σιωπηλή και διακριτική. Σημασία δεν είχε τόσο το μέγεθος της προσφοράς, όσο μάλλον η προσπάθεια και ο σεβασμός στην αξιοπρέπεια και την ευπρέπεια της φιλάνθρωπης πράξεως -δηλαδή, η μυστικότητα.

Ω τέμπορα, όμως, και ώ μώρες (ναι, έτσι, με ωμέγα)... Στη σημερινή, κάπως σχιζοφρενική κοινωνία, όπου, από τη μια, η «ιδιωτικότης» αναζητεί όλο και περισσότερα μέσα για να κρυφθή, η «δημοσιότης», αντιρροπιστικά, διεκδικεί το δικαίωμά της στην προβολή, και μάλιστα δια βοής. Κι έτσι, γεννιέται ο νέος τύπος φιλανθρώπου.

Ο οποίος νέος τύπος υποδύεται πραγματικά το θεό. Ο σημερινός φιλάνθρωπος δεν είναι ακριβώς «φιλάλληλος», αλλά «μαικήνας της φιλαλληλίας». Δεν αναζητεί τόσο το πώς θα συνδράμη, όσο το πώς η συνδρομή του θα αποτυπωθή και θα ενσωματωθή στην καλά σμιλεμένη εικόνα του. Ταμπουρωμένος σε ιδιωτικά, απροσπέλαστα προάστια για λίγους, πίσω από ψηλούς τοίχους που περικλείουν ατομικής χρήσεως κήπους της Εδέμ, προστατευμένους από στρατιές σωματοφυλάκων, ο σημερινός φιλάνθρωπος καταδέχεται να κατέλθη από τα ολύμπια ενδιαιτήματά του στην κόλαση της καθημερινότητος των πολλών, υπό το μόνο όρο της προβολής της δικής του ανωτερότητος, και να βοηθήση παρατάσσοντας λίγα στιγμιαία (και γνήσια, κανείς δεν αντιλέγει) αισθήματα, κυρίως με την περιπόθητη γαρνιτούρα εις χρήμα.

Όχι ότι η προβολή αυτή είναι αναγκαστικά κακή ή αντιχριστιανική (ποσώς! ζητούμενο είναι η βοήθεια των μη εχόντων από τους έχοντας!). Απλώς, καμιά φορά γίνεται αστεία, ή γελοία. Όπως, ας πούμε, το θέαμα της απαστραπτούσης θεάς του Χόλλυγουντ, λιτά ντυμένης για την περίσταση (σωστά, και η Αφροδίτη, για να γίνη αντιληπτή από τους θνητούς, έπαιρνε τη μορφή των δικών τους προτιμήσεων ομορφιάς) με τα φτωχά μαυράκια στην αγκαλιά.
Ή η μεγαλοδέσποινα της δικής μας πλουτοκρατίας, με τρυφερό, επιδέξια σχεδιασμένο από χειρούργους και μακιγιέρ χαμόγελο, ποζάροντας ανάμεσα σε πραγματικά δυστυχισμένους, επίσης χαμογελαστούς, με τον πόνο όμως να διαπερνά και το φωτογραφικό φακό και να αναιρή το χαμόγελο.
Ή ο μεγαλογιατρός και πρόεδρος εταιρείας χειρουργικής ειδικότητος λίαν μοδάτης, που καλούσε τα μέλη της εταιρείας, τα οποία αποκαλούσε «δω-ροθέτες» (ναι, ναι, ούτε στα καλλιστεία του Αντ1 να ήταν) να συνδράμουν τους πυροπλήκτους της Ηλείας (ο ίδιος σεμνά ανακοίνωσε, έτσι, για να ανεβαίνη το παιγνίδι, ότι ποντάρει με πενταψήφιο νούμερο).

Η «ελεγχομένη δημοσιότης», υπό μορφήν ξετυλίγματος επεξεργασμένων αρετών σε όλο της το μεγαλείο... Κι ας μην πη κανείς ότι «επώνυμοι είναι, δεν μπορούν να ξεμυτίσουν χωρίς να τους πολιορκήσουν οι παπαράτσι» -θα είναι ψέμα, κανείς δεν πο-λυενδιαφέρεται. Η δημοσιότης σήμερα χορηγείται στάγδην σε όσους μόνον την επιθυμούν και είναι ικανοί να την πληρώσουν.

Ένα παιγνίδι φιλαυτίας pour passer le temps είναι όλο. Το αποδέχθηκε, άλ-λωστε, και η λογική και σπινθηροβόλος φίλη μου και πολυεκατομμυριούχος κα Ν.Ε., που με παρέσυρε εσχάτως σε «φιλανθρωπικό μπαζάρ» υπέρ των σκοπών ευαγούς ιδρύματος που έχουν θέσει υπό την προστασία τους αυτή και καμιά δεκαριά φιλενάδες της: «Ε και συ, καημένε, φιλαυτία και φιλαυτία η φιλανθρωπία μας! Ε, ναι, λοιπόν, είναι και τι έγινε, εγώ δηλαδή δεν είμαι άνθρωπος;».

Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2007

...γιατί το πάθος δεν θέλει παρτιτούρες...

Ας ματώνουν τα μάτια και τα χέρια μουσικών με ταλέντο, κι ας βγαίνουν τα μάτια τους στην παρτιτούρα για να αποδώσουν, απόμακρα έστω, το πάθος ενός ρώσου συνθέτη, τη φωτιά ενός Ισπανού, την κρυστάλλινη, παγωμένη φλόγα ενός Σκανδιναβού. Τώρα πια, αυτά είναι περιττά. Η μουσική καταναλώνεται μπουκηδόν, και το ταρατατζούμ βαφτίζεται πάθος, ενώ σε «μυσταγωγία» αναγορεύεται σήμερα η «πλεισταγωγία»

Το άκουσα πρωί-πρωί στο ραδιόφωνο, σε διαφημιστικό λαϊκοποιοτικής επικειμένης παραστάσεως στην πρωτεύουσα, και μου χτύπησε. Ήδη είχαν παιανισθή καμιά δεκαριά μέτρα από διάφορους ουγγρικούς χορούς του Μπράμς από κάμποσες δεκάδες βιολιά, τα οποία διαδέχθηκε ένας βραδυψυχικός «χο-ρός των σπαθιών».

Και, δεν λέω, καλοί οι τσιγγάνοι, ιδιαίτερα αν αρκούνται στο βιολί τους (και δεν έχουν και διεκδικήσεις, να λέγεται) καλά και τα βιολιά τους, όταν μάλιστα παίζουν τις δικές τους μελωδίες, και όταν, τέλος πάντων, όλα αυτά σου προσφέρονται σε τέως ολυμπιακές αρένες.

Αλλά... υπάρχει ένα «αλλά»... εκείνο το «το πάθος δεν θέλει παρτιτούρες», τι το θέλατε, ρε παιδιά; Χειρότερα από το αυτί (που είχε ήδη πληγωθή από το άκουσμα μιας εκτός μέτρου και κλίμακος τυραννωδίας από εκατό βιολιά αμέσως προηγουμένως) πονάει το μυαλό με κάτι τέτοιες φράσεις!

Δηλαδή, ρε παιδιά, τι, κατά τη γνώμη σας, θέλει το «πάθος»; «Ντουέντε», όπως είχε επικρατήσει να αποκαλούμε αυτό το «κάτι» στη δεκαετία του ογδόντα, με την ισπανομανία εκείνης της εποχής; «Ταλέντο»; Και, καλά, ανάμεσα σε εκατό βιολιά, πού ακριβώς θα φανούν «ντουέντε» και «ταλέντα»; Μια χλαλοή ακούγεται, ασυντόνιστη και βομβώδης, δημαγωγικά πομπώδης ώστε να τέρπη το λιγότερο εξασκημένο αυτί (κυρίως: το μυαλό).

Μάλιστα λοιπόν, κατά την τρέχουσα λαϊκομαρκετίστικη φιλοσοφία, το πά-θος δεν θέλει παρτιτούρες... και το έχουν πη και πολλοί σοφοί. «Ο λόγος σκοτώνει το πάθος», «οι λογικοί διαρκούν, οι παθιασμένοι ζουν». Λόγια σοφά, που ασφαλώς ήξεραν καλά και έχουν ενστερνισθή στο διαφημιστικό γραφείο! Σιγουρα δεν τους λείπει ο ρομαντισμός.

Κι ας ματώνουν τα μάτια και τα χέρια μουσικών με ταλέντο, κι ας βγαίνουν τα μάτια τους στην παρτιτούρα για να αποδώσουν, απόμακρα έστω, το πάθος ενός ρώσου συνθέτη, τη φωτιά ενός Ισπανού, την κρυστάλλινη, παγωμένη φλόγα ενός Σκανδιναβού. Τώρα πια, αυτά είναι περιττά. Η μουσική καταναλώνεται μπουκηδόν, και το ταρατατζούμ βαφτίζεται πάθος, ενώ σε «μυ-σταγωγία» αναγορεύεται σήμερα η «πλεισταγωγία».

Κι ας είναι το «πάθος» κάτι διαφορετικό από ένα ρυθμικό θόρυβο με νότες, κι ας είναι το πάθος κάτι που δεν παράγεις αυτόματα, μόνο και μόνο διότι κρατάς ένα βιολί και είσαι και τσιγγάνος, κι ούτε το καταναλώνεις κατά παραγγελίαν. Ας θέλη τα κότσια του.

Διαθέτει κι αυτό τα σούπερ μάρκετ του. Στρίβεις αριστερά στην Μεσογείων, δεξιά στην Κατεχάκη. Βρίζεις στο φανάρι, αγριοκοιτάς τον μπροστά σου στο πάρκινγκ. Καταριέσαι τον δίπλα σου στο ταμείο, και τον δίπλα σου με τον ενοχλητικό αγκώνα στο κάθισμα.

Εξαίρεσαι μετά με τα βιολιά -δεν πολυσκαμπάζεις, αλλά τις μελωδίες τις έ-χεις ακούσει (και ποιος δεν τις έχει, άλλωστε...). Το πνεύμα σου φεύγει, μεταρσιώνεται κάπου στη σφαίρα του πλατωνικού κάλλους.

Και μετά, έντ οφ δε μάτζικ, την κάνουμε μαζικώς. Στο αυτοκίνητο, κορνάροντας στον μπροστά. Αγριοκοιτώντας τον δί-πλα. Σιχτιρίζοντας τον άλλο που σου χώθηκε. Με πάθος που δεν θέλει παρτιτούρες. Γνήσιος, εξηρμένος ακόμη, έτοιμος για λίγη τηλεόραση πριν την ξάπλα. Και συ, όπως και οι δίπλα σου...

...Ομοιοπαθείς...

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2007

Αρχή σοφίας, ονομάτων υπόσκαψις...

Με τη γλώσσα τους ως ασφαλή βαρκούλα, οι Έλληνες προτιμούν να πλέουν αμέριμνοι στη φλούο χαριτωμένη και αφελή ανοησιολογία τους, συνεννοούμενοι όχι τόσο με τη γλώσσα την ίδια, όσο με τα ενδεχόμενα νοήματα λέξεων, φράσεων και προτάσεων

Μπροστά στον πλούτο της όμορφης ελληνικής γλώσσης, ο νους του ανθρώπου βρίσκεται μειονεκτών και ελλιπής. Οι λέξεις ξεπερνούν τις έννοιες -κι ακόμη καλλίτερα- οι λέξεις φτιάχνουν έννοιες. Η γλώσσα είναι προαιώνια, πλούτισε από την εξαιρετικά γόνιμη αρχαία της φάση, προικίσθηκε από τη μεσαιωνική, δάνεισε και δανείσθηκε στα νεότερα χρόνια, απλουστεύθηκε, υπεραπλουστεύθηκε, πλανίστηκε και πλανήθηκε, και τώρα πια, κεκαθαρμένη, πεπλανημένη και απλουστευμένη, μας παραδόθηκε πια, σαν εξημερωμένος λεβιάθαν για να παίξουμε.

Ναι, αλλά και τα σηρογενή βράκεα θέ-λουν δεξιούς γλουτούς, και οι λέξεις με τις έννοιες πρέπει πάντα να βγαίνουν μαζί βόλτα.

Όχι στην Ελλάδα όμως. Με τη γλώσσα τους ως ασφαλή βαρκούλα, οι Έλληνες προτιμούν να πλέουν αμέριμνοι στη φλούο χαριτωμένη και αφελή ανοησιολογία τους, συνεννοούμενοι όχι τόσο με τη γλώσσα την ίδια, όσο με τα ενδεχόμενα νοήματα λέξεων, φράσεων και προτάσεων.

Ας πάρουμε, ας πούμε, τη χιλιοδιαφημισμένη λέξη «φιλότιμο», λέξη για την οποία οι Έλληνες καυχώνται ότι δεν ανευρίσκεται σε καμμιά άλλη γλώσσα, και, υποτίθεται, λέξη περιγράφουσα αρετή αποκλειστικώς ελληνική (οι υπόλοιποι, επομένως, λαοί, είναι, εκτός από «αμερικανάκια», «βάρβαροι», «βαλανοδίαιτοι», «υπανάπτυκτοι», «αμόρφωτοι» και «ξενέρωτοι», άρα «αφιλότιμοι»). Αν κάποιος αναζητήση τον ορισμό της λέξης, άκρη δεν θα βρη. Το «φιλότιμο» μπορεί να σημαίνη την «ανοχή», την «φιλοξενία», την «ανωτερότητα», την «δέσμευση στην αρετή», την «ευλάβεια στην ευγνωμοσύνη», την «πίστη στον ευεργέτη», την «καλοπιστία». Βγάλτε άκρη -και μετά, βρήτε μου και κάποιον φιλότιμο Έλληνα.

Ή, πάλι, η «μαγκιά». Άλλη πολυλέξη - θαύμα. Αν ρωτήσης κάποιον για το τι θα πη «μάγκας», θα προσκρούσης σε περιγραφικές λέξεις, του τύπου «κιμπάρης», «σωστός», «άπιαστος» και άλλες που προσδιορίζουν το ακατανόητο δια του ανοήτου. Μάγκας είναι ο ευθύφρων ή ο ειλικρινής, μάγκας και ο κρυψίνους. Μάγκας και ο οξυδερκής ή διορατικός, μάγκας και όποιος παίρνει τα πράγματα και τις καταστάσεις αψήφιστα, ανέμελα ή επιπόλαια. Μάγκας ο τίμιος και ο δίκαιος στις συναλλαγές του, μάγκας και ο ψιλοαπατεωνίσκος και ο ψιλοκαπάτσος. Προκειμένου περί γυναικών, το «μάγκισα», ή το (σεξιστικό) «μαγκάκι» (σμικρυντικό και ουδέτερο, παρακαλώ), υποδηλώνει την ξηγημένη, αντροφέρνουσα στη συμπεριφορά, καταφερτζού, ντόμπρα κατά την ανδρική αντίληψη του όρου, ελαφρώς ελαφρά κατά τα ήθη, κοινώς, τη γυναίκα που όλοι θα θέλαμε για φίλη, αλλά κανείς για κάτι περισσότερο. Η λέξη «μάγκας» διακρίνεται σαφώς από το «μαγκίτη», που προσποιείται, ή θα ήθελε να είναι όλα αυτά, χωρίς να τα καταφέρνη.

Καμιά αντίρρηση, φυσικά, για όλες αυτές τις πολύσημες λέξεις, που δίνουν χρώμα στη γλώσσα, έστω και με το ολίγον νεφελώδες εννοιολογικό τους περίγραμμα. Το κακό αρχίζει όταν αυτές αρχίζουν να παρεκτοπίζουν όσες άλλες λέξεις θα μπορούσαν να τις περιγράψουν, εξαιρώντας μερικές εξ ίσου ακαθόριστες και ομιχλώδεις συνώνυμες. Το δε ακόμα χειρότερο είναι το ότι περιγράφουν αρετές κυρίως ιδεατές, και, εν πάση περιπτώσει, σπανίζουσες παρ’ ημίν. Θα ’λεγε κανείς ότι η ελληνική γλώσσα περιγράφει εκείνες ακριβώς τις αρετές που λείπουν από τους κακόμοιρους Έλληνες. Μπέσες, κιμπαρλίκια, λεβεντιές, παλικαροσύνες, φιλότιμα, μαγκιές, λεκτικά ρα-πανάκια παντός καιρού για πάσαν νόσον και μαλακίαν, εκφραστικά γλωσσικά εκρίμματα με σπάνια αντιστοιχία στην πραγματικότητα.

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2007

Παγγλωσσία και αγλωσσία


Γλώσσες πεθαίνουν... έτσι απλά, επειδή ένας γέρος έπαθε εγκεφαλικό, ή επειδή ένα αντρόγυνο τσακώθηκε. Χωρίς τίποτε το μυστηριακό στο χαμό τους, χωρίς καμιά σφαγή, όλεθρο, ήττα, υποδούλωση ή μαζικό προσηλυτισμό

«Kατά τα στοιχεία του ΟΗΕ, μία γλώσσα πεθαίνει κάθε εβδομάδα». Η πληροφορία από το διαδίκτυο, σαν κατακλείδα σε είδηση ότι... τοπική γλώσσα στο Μεξικό εξαφανίζεται, διότι οι δύο τε-λευταίοι γέροντες που την μιλούν τσακώθηκαν, και αρνούνται να επικοινωνήσουν πια. Έτσι, η γλώσσα «θόκε», η γλώσσα των συβαριτών αλλά και ανδρείων Σόνταλ της εποχής των Αζτέκων, γλώσσα γνωστή στους Ισπανούς του Κορτές, αναφερόμενη στα χρονικά του Σααγούν περί της «κονκίστα», τώρα εκπνέει πλέον, θύμα μιας γεροντικής στενομυαλιάς. Η επαρχία του Ταμπάσκο (το σημερινό όνομα της περιοχής των Σοντάλ προήλθε από τον παλαιό τίτλο του αρχηγού της φυλής) σήμερα ευημερεί - κι ωστόσο, η παλιά γλώσσα πεθαίνει, και μόνο τεκμήριο της ύπαρξής της για τους κοινούς θνητούς και μη γλωσσολόγους, είναι μια πικάντικη σάλτσα.

Και δεν είναι η μόνη, φυσικά. Στο Μεξικό μόνον, οι ετοιμοθάνατες γλώσσες και διάλεκτοι ανέρχονται σε 400 περίπου. Στον Καύκασο, την κοιτίδα της δικής μας γλωσσικής οικογενείας, και ιδιαίτερα στο Νταγκεστάν, οι γλώσσες είναι πάμπολλες, ομιλούμενες συχνά μόνον από γηραιά και μεμονωμένα μέλη απομακρυσμένων χωριών. Μερικές από αυτές είναι ουραλοαλταϊκές, άλλες ινδοευρωπαϊκές, άλλες θυμίζουν αρχέγονα μείγματα -ολυεκθετικές εξισώσεις για τους γλωσσολόγους.

Στη Δαλματία, σημερινή Κροατία, η δαλματική γλώσσα εξέλιπε τον 19ο αιώνα, όταν εξέπνευσε ο τελευταίος γνώστης της, ένας ψαράς σε κάποιο δαλματικό χωριό. Μαζί της εξέλιπε πιθανώς και κάθε ελπίδα γλωσσολογικής ανιχνεύσεως της αρχαίας Ιλλυρικής, καθώς και των επιδράσεων που αυτή δέχθηκε από τη Λατινική και την Ελληνική.

Τα ίδια, φυσικά, στην Αφρική και την Ν. Αμερική.

Γλώσσες, λοιπόν, που πεθαίνουν... έτσι απλά, επειδή ένας γέρος έπαθε εγκεφαλικό, ή επειδή ένα αντρόγυνο τσακώθηκε. Χωρίς τίποτε το μυστηριακό στο χαμό τους, χωρίς καμιά σφαγή, όλεθρο, ήττα, υποδούλωση ή μαζικό προσηλυτισμό. Έτσι, όπως μαραίνεται και πέφτει ένα φύλλο, που τόσο αυτονόητα είχε υπάρξει και τόσο αυτονόητα είχε ζήσει, χωρίς κανείς να το έχη πάρει χαμπάρι. Ή έτσι όπως σβήνουν εκφράσεις και λέξεις, που ακόμη τις καταλαβαίνουμε, αλλά ποτέ ίσως δεν θα θυμηθούμε να χρησιμοποιήσουμε.

Κατά τον ΒΙττγκενστάϊν, ατομική γλώσσα δεν μπορεί να υπάρχη, αφού το μο-ναδικό κριτήριο για την εκφραστική της ικανότητα, δηλαδή για την εξ ορισμού υπόστασή της, είναι η κατανοησιμότητά της από τους άλλους. Κι έτσι, με τις ευλογίες φιλοσόφων, γλωσσολόγων και εθνολόγων, ένας φάκελος με σωζόμενα στοιχεία, με ιστορία, ανθρώπινη σκέψη και συναίσθημα, πολλοστομύρια εκφρασμένων νοητικών συνδυασμών, κλείνει, μπαίνει σε ένα ντουλάπι επιφανούς πανεπιστημίου, και παραδίδεται στην προστατευτική αθανασία της λήθης.

Ο πύργος της Βαβέλ είναι το μοναδικό οικοδόμημα, του οποίου το ύψος αυξάνεται όσο τα θεμέλια κονιορτοποιούνται. Σαν να είναι ζωντανός, με την καρδιά του τοποθετημένη στο ρετιρέ της εκάστοτε «λίνγκουα φράνκα», παρατηρεί από την αρχή ήδη του χρόνου τα παράσιτα που τον ενοικούν να προσπαθούν να επικοινωνήσουν σε μύριες γλώσσες, και με αυτές να εξηγούν σαν αιώνια βρέφη την πανσπερμική τους αγλωσσία...